ΛΟΓΟΣ ΙΓ' : ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΤΙ ΩΦΕΛΙΜΟΣ ΤΟΙΣ ΗΣΥΧΑΣΤΑΙΣ Η ΑΡΓΙΑ ΤΩΝ ΦΡΟΝΤΙΔΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΖΗΜΙΟΣ Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΚΑΙ Η ΕΞΟΔΟΣ

Άνθρωπος πολυμέριμνος, πράος και ησύχιος γενέσθαι ου δύναται. Διότι αι αναγκαίαι αιτίαι των πραγμάτων, εν αις ταλειπωρεί, αναγκάζουσιν αυτόν κινείσθαι εν αυταίς και ασχολείσθαι εις αυτά άκοντα και μη βουλόμενον, και διασκορπίζουσι την γαλήνην αύτου και ησυχίαν. Δει ούν τον μοναχόν κατέναντι του προσώπου τον Θεού στήσαι εαυτόν και αεί προς αυτόν το όμμα αυτού τείναι αμετατρεπτί, ει αληθώς βούλεται φρουρήσαι τον νουν αυτού και τάς μικράς κινήσεις τάς ερπούσας εν αυτώ καθαρίσαι και μεταβαλείν, και μαθείν μετά γαλήνης διαλογισμών διακρίναι τα εισερχόμενα και εξερχόμε­να αι γαρ πολλοί ασχολίαι των μοναχών τεκμήριον είσι της χαυνότητος αυτών προς ετοιμότητα της γεωργίας των εντολών του Χριστού και εκφαίνουσιν αυτών τα ελαττώματα προς τα θεια.
Χωρίς αμεριμνίας φως εν τη ψυχή σου μη ζήτησης μήτε γαλήνην και ησυχίαν εν τη χαυνότητι των αισθήσεων σου και όπου ασχολίαι πραγμάτων μη πληθύνης τάς ασχολίας σου, και ου μη εύρης ρεμβασμόν εν τω νώ σου ή εν τη ευχή σου. Άνευ γαρ αδιάλειπτου προσευχής προσεγγίσαι τω Θεώ ου δύνασαι. Το δε μετά τον κόπον της προσευχής ετέραν μέριμναν εμποιήσαι τω νω, σκορπισμόν τη διανοία απεργάζεται.
Τά δάκρυα και ο ραπισμός της κεφαλής εν τη προσευχή και το κυλινδείσθαι μετά θερμότητας, εξυπνίζουσι την θέρμην της γλυκύτητος αυτών ένδοθεν της καρδίας, και μετά επαινουμένης εκστάσεως πετάται η καρδία προς τον Θεόν και βοά, «εδίψησεν η ψυχή μου προς σε τον Θεόν, τον ισχυρόν, τον ζώντα. Πότε ήξω και όφθήσομαι τω πρόσωπω σου, Κύριε;». Ο εκ του οίνου τούτου πιών και μετά ταύτα στερηθείς αυτού, αυτός μόνος οίδεν εν ποία ταλαιπωρία κατελείφθη και τι αφηρέθη απ' αυτού χάριν της χαυνότητος αυτού.
Ω τί κακή η θέα και η ομιλία τοις εν ησυχία διάγουσιν! Εν αληθεία, ώ αδελφοί, πλέον των λελυμένων της ησυχίας. Ότι καθάπερ η σφοδρότης του κρυστάλλου εξαίφνης επιπεσούσα τοις ακροδρύοις των φυτών ξηραίνει αυτά και αφανίζει, ούτω και αι συντυχίαι των ανθρώπων, καν μικροί παντελώς ώσι καί, ως το δοκούν, προς το αγαθόν εξενηνεγμέναι, ξηραίνουσι τα άνθη των αρετών τα νεωστι ανθήσαντα εκ της συγκράσεως της ησυχίας και κυκλούντα μετά απλότητος και τρυφερότητος τω φυτώ της ψυχής, τω φυτευθέντι επί τάς διεξόδους των υδάτων της μετανοίας. Και ώσπερ η σφοδρότης της πάχνης, καταλαμβάνουσα τα νεωστί φυόμενα, κατακαίει αυτά, ούτω και η συντυχία των ανθρώπων την ρίζαν του νου, την άρξαμένην χλοηφορείν την των αρετών χλόην. Και ει η ομιλία των κατά τι μεν εγκρατευομένων κατά τι δε ελαττώματα μικρά εχόντων βλάπτειν είωθε την ψυχήν, πόσω μάλλον η λαλιά και η θέα των ιδιωτών και μωρών, ίνα μη ειπώ των κοσμικών. Ώσπερ γαρ ευγενής άνθρωπος και έντιμος, όταν μεθυσθή επιλανθάνεται της ιδίας ευγενείας και ατιμάζεται αυτού η κατάστασις και καταγελάται αυτού το τίμιον εκ των αλλότριων λογισμών, των επεισελθόντων αυτώ εκ της δυνάμεως του οίνου, ούτω και η σωφροσύνη της ψυχής θολούται υπό της θέας και της ομιλίας των ανθρώπων και επιλανθάνεται του τρόπου της παραφυλακής αυτής και απαλείφεται από της διανοίας αυτής ο σκοπός του θελήματος αυτής και εκριζούται απ' αυτής πασά βάσις καταστάσεως επαινουμένης.
Ει ούν η συντυχία και ο πλατυσμός, αι εν τω μετεωρισμώ επισυμβαίνουσαι τω όντι εν ησυχία, ή και η πλησίασις τούτων, ώστε ιδείν ή ακούσαι, επαρκούσι μόνον τούτω, τα εισ­ερχόμενα δια των πυλών της όψεως και της ακοής τα επεισιόντα προς ψυχρότητα και θόλωσιν της διανοίας από των θείων αύτω εμποιήσαι και εί η μικρά ώρα τοσαύτην ζημίαν δύναται τω εγκρατεί μοναχώ ποιήσαι, τι φήσομεν περί της διη­νεκούς απαντήσεως και του πολλού εν τούτοις εγχρονισμού; Η γαρ αναθυμίασις, η εκ της γαστρός ανιούσα, τον νουν ουκ εά δέξασθαι την θείαν επίγνωσιν, αλλά σκοτίζει αυτόν, ον τρόπον η εκ της υγρότητος της γης ανιούσα ομίχλη και σκοτούσα τον αέρα.
Και η υπερηφανία δε ου κατανοεί, ότι εν τη σκοτία διαπορεύεται και την έννοιαν της σοφίας ουκ οίδε. Πώς γαρ και γνώναι έχει η εν τω σκοτασμώ αυτής υπάρχουσα; Δια τοι τούτο και τω εσκοτισμένω λογισμώ αυτής επαίρεται υπεράνω πάντων, ούσα ευτελεστέρα και ασθενεστέρα, και τάς οδούς Κυ­ρίου μη δυναμένη μαθείν. Ο δε Κύριος κρύπτει εξ αυτής το θέ­λημα αυτού, καθότι εν τη οδώ των ταπεινών ουκ ηβουλήθη πορεύεσθαι.
Τω δε Θεώ ημών είη δόξα είς τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΙΔ': ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΝΑΛΛΑΓΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΓΙΝΟΜΕΝΗΣ ΤΟΙΣ ΟΔΕΥΟΥΣΙΝ ΕΝ ΤΗ ΟΔΩ ΤΗΣ ΗΣΥΧΙΑΣ

ΤΗ ΥΠΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΤΕΤΑΓΜΕΝΗ
Ο συνελθών τω νω αυτού εν τη ησυχία πολιτεύεσθαι, ρυθμιζέτω εαυτόν και εν τη γεωργία και τάξει της ησυ­χίας διεξαγαγέτω το επίλοιπον των ημερών αυτού. Όταν συμβή σοι, ως εστί σύνηθες τη τάξει της ησυχίας τη ωρισμένη υπό της θείας χάριτος, ένδοθεν συγκεχύσθαι τω σκότει την ψυχήν, και ώσπερ τάς ηλιακάς ακτίνας τάς καλυπτομένας από της γης εκ της αχλύος των νεφελών, προς ολίγον χρόνον στερηθήναι της πνευματικής παρακλήσεως και του φωτός της χάριτος, δια το επισκιάζον νέφος των παθών, και συσταλήναι από σου μικρόν την χαροποιόν δύναμιν και επισκιάσαι τω νω ασυνήθη αχλύν, μη ταραχθής τη διανοία και χείρα προτείνης τη αγνοία της ψυχής, άλλ' υπόμεινον και ανάγνωθι είς τάς βίβλους των διδασκάλων, και βίασαι σαυτόν εν τη ευχή και εκδέχου την βοήθειαν.
Ώσπερ γαρ αποκαλύπτεται το πρόσωπον της γης ταίς ακτίσι του ηλίου εκ της κατασχούσης σκοτίας του αέρος, ούτω δύναται και η ευχή λύσαι και διασκεδάσαι εκ της ψυχής τα νέφη των παθών και διαυγάσαι τον νουν τω φωτί της ευφροσύνης και της παρακλήσεως όπερ τίκτειν είωθεν εν τοις ενθυμήμασιν ημών, και μάλιστα όταν σχή ύλην εκ των θείων Γραφών και εγρήγορσιν στίλβουσαν τον νουν. Η γαρ διηνεκής μελέτη εν ταίς γραφαίς των αγίων θαύματος ακατάληπτου και θείας ευφροσύνης την ψυχήν εμπίπλησι.
Τω δε Θεώ ημών είη δόξα είς τους αιώνας.

ΛΟΓΟΣ ΙΕ': ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΗΣΥΧΑΖΟΝΤΩΝ ΠΟΤΕ ΑΡΧΟΝΤΑΙ ΝΟΕΙΝ, ΠΟΥ ΕΦΘΑΣΑΝ ΕΝ ΤΟΙΣ ΕΡΓΟΙΣ ΑΥΤΩΝ

ΕΝ ΤΗ ΑΠΕΡΑΝΤΩ ΘΑΛΑΣΣΗ, ΗΤΟΙ ΤΗ ΔΙΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΗΣΥΧΙΑΣ, ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΔΥΝΑΝΤΑΙ ΕΛΠΙΣΑΙ ΜΙΚΡΟΝ, ΟΤΙ ΗΡΞΑΝΤΟ ΔΙΔΟΝΑΙ ΑΥΤΟΙΣ ΟΙ ΚΟΠΟΙ ΑΥΤΩΝ ΚΑΡΠΟΥΣ

Λέγω σοι πράγμα, και μη διστάσης τούτον, μηδέ τοις λοιποίς μου λόγοις καταφρόνησης, ως ελαχίστου, διότι αληθείς οι παραδεδωκότες μοί είσιν. Ότι αλήθειαν λέγω σοι και εν τούτοις τοις λόγοις μου και εν άπασιν. Εάν κρέμασης σαυτόν από των βλεφάρων των οφθαλμών σου, έως αν φθάσης τα δάκρυα, μη νομίσης, ότι έφθασάς τι εν τη διαγωγή της πολιτείας σου. Μέχρι γαρ της άρτι τω κοσμώ υπηρετούσι τα κρυπτά σου, τουτέστιν εν τη διαγωγή των κοσμικών ίστασαι και δια του έξω ανθρώπου εργάζη το έργον του Θεού, ο δε έσω άνθρωπος άκμην άκαρπος εστίν ο γαρ καρπός αυτού εκ των δακρύων άρχεται. Όταν γαρ εις την χωράν αυτών φθάσης, τότε γίνωσκε, ότι εξήλθεν η διάνοια σου εκ της φυλακής του κόσμου τούτου και τέθεικε τον πόδα αυτής είς την πορείαν του καινού αιώνος και ήρξατο οσφραίνεσθαι του καινού αέρος εκείνου του θαυμαστού.
Και τότε άρχεται καταφέρειν τα δάκρυα. Ήγγικε γαρ η κύησις του πνευματικού νηπίου, διότι η χάρις, η κοινή πάν­των μήτηρ, κατεπείγεται τεκείν τη ψυχή θείον τύπον μυστικώς προς το φως του μέλλοντος αιώνος. Όταν δε φθάση ο καιρός του τοκετού, τηνικαύτα ο νους άρχεται κινείσθαι εν ενίοις των εκείσε, ώσπερ η αναπνοή, ην ανιμάται το βρέφος έσωθεν των μελών, εν οίς διατρέφεσθαι πέφυκε. Και δια το μη υπομένειν όπερ ουκ εστίν αυτώ σύνηθες, εξαίφνης άρχεται κινείν το σώμα είς κλαυθμόν, μεμιγμένον τη του μέλιτος γλυκύτητι. Και καθ' όσον τρέφεται το ένδοθεν βρέφος, κατά τοσούτον και η προσ­θήκη των δακρύων γίνεται. Και αύτη η τάξις των δακρύων, ην έφην, ουκ εστίν εκείνη, η εκ διαλειμμάτων επισυμβαίνουσα τοις ησυχάζουσι διότι αύτη η παράκλησις η γινομένη από και­ρού είς καιρόν, παντί εστί γινομένω εν ησυχία μετά Θεού, και ποτέ μεν όντι εν τη θεωρία της διανοίας, ποτέ δε εν τοις λόγοις των Γραφών, ποτέ δε εν τη ομιλία της δεήσεως. Αλλά περί ταύτης λέγω, της ούσης τω αδιαλείπτως δακρύοντι νυκτός και ημέρας.
Όστις δε εν αληθεία και ακριβεία εύρε την αλήθειαν των τρόπων τούτων, εν τη ησυχία ταύτην εύρε. Γίνονται γαρ οί οφθαλμοί αυτού δίκην πηγής ύδατος μέχρι διετούς χρόνου ή και πλείω. Μετά δε ταύτα εισέρχεται είς την ειρήνην των λογισμών, από δε της ειρήνης των λογισμών εισέρχεται εις εκείνην την κατάπαυσιν, περί ης είπεν ο άγιος Παύλος, καθώς χωρεί η φύσις μερικώς, από δε της ειρηνικής καταπαύσεως άρχεται ο νους θεωρείν τα μυστήρια. Και τότε το άγιον Πνεύμα άρχεται αποκαλύπτειν αυτώ τα ουράνια, και ο Θεός οικεί εν αυτώ, και τον καρπόν του Πνεύματος διεγείρει εν αυτώ. Και εκ τούτου αι­σθάνεται της αλλοιώσεως της μελλούσης υποδέξασθαι την φύσιν την εσωτέραν εν τη ανακαινίσει των όλων, αμυδρώς πως και ως εν αινίγματι.
Ταύτα έγραψα προς ανάμνησιν εμήν και παντός εντυγχάνοντος τώδε τω συγγράμματι, καθώς κατείληφα από τε της θεωρίας των Γραφών και των αληθινών στομάτων, και μικρόν άπ' αυτής της πείρας, ίνα μοι γένηται βοήθεια, δια των προσευχών των ωφελουμένων εξ αυτών. Διότι ουκ ολίγον μόχθον κατεβαλόμην εις αυτά.
Άκουε δε πάλιν και ο μέλλω σοι λέγειν νυν, ο μεμάθηκα παρά αψευδούς στόματος. Όταν εισέλθης εις την χωράν της ειρήνης των λογισμών, τότε το πλήθος των δακρύων αφαι­ρείται από σου, και μετά ταύτα έρχονται σοι τα δάκρυα εν μέτρω και καιρώ τω προσήκοντι.
Αυτή εστίν εν αληθεία η ακρίβεια, ως εν συντόμω ειπείν και παρά πάσης της Εκκλησίας πιστεύεται.

ΛΟΓΟΣ ΙΣΤ': ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΤΡΟΠΩΝ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ

Η άσκησις μήτηρ του αγιασμού εστίν, εξ ου γεννάται η πρώτη γευσις της αίσθήσεως των μυστηρίων του Χριστού, ήτις καλείται πρώτη τάξις της επιγνώσεως του Πνεύματος. Μηδείς πλανήση εαυτόν και φαντασθή μαντείας.Ψυχή γαρ η μεμιασμένη ουκ ανέρχεται εις καθαράν βασιλείαν, ουδέ συνάπτεται τοις πνεύμασι των αγίων. Ξέσον το κάλλος της σωφροσύνης σου εν δάκρυσι και νηστείαις και τη καθ' εαυ­τόν ησυχία. Θλίψις μικρά δια τον Θεόν γινομένη κρείσσων εστί μεγάλου έργου του αθλίπτως τελουμένου. Διότι η εκούσιος θλίψις το δοκίμιον της πίστεως τη αγάπη ανατέλλει, το δε έργον της αναπαύσεως εκ του κάρου της συνειδήσεως γίνεται.
Δία τούτο εν θλίψεσιν εδοκιμάσθησαν οι άγιοι περί της αγάπης του Χριστού, και ουχί εν ανέσει. Διότι το χωρίς κόπου γινόμενον έργον η δικαιοσύνη εστί των κοσμικών, οίτινες εκ των έξωθεν ποιούσιν ελεημοσύνην και ουκ εν εαυτοίς κερδαίνουσι. Σύ δε, ώ αγωνιστά και μιμητά του πάθους του Χριστού, εν σεαυτώ αγώνισαι, ίνα αξιωθής γεύσασθαι της δό­ξης αυτόν. «Είπερ γαρ συμπάσχομεν, και συνδοξαζόμεθα». Ου συνδοξάζεται ο νους μετά του Ιησού, εάν μη συμπάσχη το σώμα όπερ του Χριστού. Λοιπόν ο καταφρονών της ανθρωπίνης δόξης, ούτος εστίν ο της δόξης του Θεού αξιούμενος και δοξάζεται το σώμα αυτόν μετά της ψνχής. Η γαρ δόξα τον σώματος υποταγή εστί σωφροσύνης μετά τον Θεον, η δόξα δε τον νου η θεωρία εστίν η αληθινή περί τον Θεον, Η αληθινή υποταγή διπλή εστίν, εν έργοις και ονειδίσεσι. Όταν ούν πάσχη το σώμα, και η καρδία συμπάσχη αυτώ. Εάν ου γινώσκης τον Θεόν, ου δυνατόν κινηθήναι εν σοι την αγάπην αυ­τόν, και ου δύνασαι αγαπήσαι τον Θεον, εάν μη ίδης αυτόν. Η όρασις δε τον Θεόν εκ τον γινώσκειν αυτόν εστίν. Ου προηγείται γαρ η θεωρία αυτόν της γνώσεως αυτόν.

Ευχή
Αξίωσόν με, Κύριε, γινώσκειν σε και αγαπάν, ουκ εν τη γνώσει, τη εν τω σκορπισμώ του νου, τη εκ της γυμνασίας γινομένη, αλλ' αξίωσόν με εκείνης της γνώσεως, εν η ο νους, θεωρών σε, δοξάζει την φύσιν σου εν τη θεωρία τη κλεπτούση την αίσθησιν τον κόσμου από της διανοίας. Αξίωσόν με υψωθήναι εκ της θέας του θελήματος της γεννώσης τάς φαντασίας, και ιδείν σε εν τη βία τον δεσμόν του σταυρού, εν τω μέρει τω δεντέρω της του νου σταυρώσεως, τον εν ελευθερία αποπανομένον από της ενεργείας των νοημάτων εν τη διηνεκεί σου θεωρία, τη υπέρ φύσιν. Θες εν εμοί αύξησιν της αγά­πης σου, ίνα οπίσω του έρωτός σου έλθω εκ του κόσμου τούτου. Κίνησον εν εμοί την κατανόησιν της ταπεινώσεως σου, εν η εν τω κόσμω ανεστράφης, εν τω καταλύματι, ω εφόρεσας εκ των μελών ημών, μεσιτεία της αγίας Παρθένου, ίνα, εν τη αδιαλείπτω και ανεπιλήστω μνήμη ταύτη, δέξωμαι μετά ηδο­νής την ταπείνωσιν της φύσεως μου.
Δύο τρόποι είσι του ανελθείν εν τω σταυρώ ο είς η σταύρωσις του σώματος, και ο δεύτερος το ανελθείν είς θεωρίαν. Και ο μεν πρώτος εκ της ελευθερίας των παθών, ο δε δεύτερος εκ της ενεργείας των έργων γίνεται του πνεύματος. Ούχ υποτάσσεται ο νους, εάν μη το σώμα υποταγή αυτώ. Η βασιλεία του νου η σταύρωσις εστί του σώματος, και ούχ υποτάσσεται ο νους τω Θεώ, εάν μη υποταγή το αυτεξούσιον τω λογικώ.
Δύσκολον εστίν εκδούναι τίνα υψηλά τω έτι αρχαρίω όντι και νηπίω τη ηλικία. «Ουαί σοι πόλις, ης ο βασιλεύς σου νεώτερος εστίν». Ός τις υποτάξει εαυτόν τω Θεώ, εγγύς εστί του υποταγήναι αυτώ τα πάντα. Τω γνόντι εαυτόν, η γνώσις των πάντων δίδοται αυτώ. Το γαρ γινώσκειν εαυτόν, πλήρωμα της γνώσεως των απάντων εστί. Και εν τη υποταγή της ψυχής σου υποταγήσεται σοι τα πάντα. Εν τω καιρώ, εν ω η ταπείνωσις βασιλεύει εν τη διαγωγή σου, υποτάσσεται σοι η ψυχή σου και μετ' αυτής υποταγήσεται σοι τα πάντα διότι γεννάται εν τη καρδία σου ειρήνη εκ του Θεού. Όσον δ' εί έξω ταύτης, ου μόνον εκ των παθών, αλλά και εκ των συμβάσεων συνεχώς μέλλεις καταδιωχθήναι.
Αληθώς, Κύριε, εάν μη ταπεινωθώμεν, ου παύη ταπεινών ημάς. Η αληθής ταπείνωσις γέννημα εστί της γνώσεως, και η γνώσις η αληθινή γέννημα των πειρασμών.

ΛΟΓΟΣ ΙΖ': ΠΕΡΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΤΩΝ ΤΡΟΠΩΝ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ

ΚΑΙ ΤΙΣ Η ΙΣΧΥΣ ΕΚΑΣΤΟΥ ΑΥΤΩΝ ΚΑΙ ΤΙΣ Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΕΚΑΣΤΟΥ ΑΥΤΩΝ
Η αρετή η σωματική εν τη ησυχία το σώμα καθαίρει εκ της ύλης της εν αύτω, η δε αρετή της διανοίας ταπεινοί την ψυχήν και διυλίζει αυτήν εκ των διανοημάτων των χονδρών, των απολλυμένων, ίνα μη διαλογίζηται εν τούτοις εμπαθώς, αλλά μάλλον κινήται εν τη θεωρία αυτής. Αύτη δε η θεωρία προσεγγίζει αυτήν είς την γύμνωσιν του νου, όπερ καλείται θεωρία άϋλος, και αύτη εστίν η πνευματική αρετή. Αύτη γαρ επαίρει την διάνοιαν εκ των επιγείων και προσεγγίζει αυτήν τη πρώτη θεωρία του Πνεύματος και προς τον Θεόν συνιστά την διάνοιαν και την θεωρίαν της δόξης της ανεκλαλήτου, ήτις εστί κίνησις νοημάτων της μεγαλωσύνης της φύσεως αυτού και χωρίζει αυτήν, εκ του κόσμου τούτου και της αισθήσεως αυτού. Και εκ τούτου προς την ελπίδα ημών εκείνην την αποκειμένην διαβεβαιούμεθα, και εν πληροφορία της τάξεως αυτής γινόμεθα. Και τούτο εστίν η πεισμονή, περί ης ο Απόστολος είπε, τουτέστιν η πληροφορία, εν η ευφραίνεται ο νους νοητώς, ήτοι τη ελπίδι τη επαγγελθείση ημίν. Τι δε εστί ταύτα και πώς έκαστον τούτων εστίν άκουσον.
Πολιτεία η σωματική η κατά Θεόν. Σωματικά δε έργα καλείται τα γινόμενα είς την κάθαρσιν της σαρκός εν τη πράξει της αρετής δι' έργων φανερών, εν οίς διϋλίζηται τις εκ της ακαθαρσίας της σαρκός. Η δε πολιτεία της διανοίας εστί το έργον της καρδίας, το γινόμενον απαύστως εν τη φροντίδι της κρίσεως, ήτοι της δικαιοσύνης του Θεού και των κριμάτων αυ­τού, και η αδιάλειπτος ευχή της καρδίας και η έννοια της προ­νοίας και της επιμελείας του Θεού, της εν τούτω τω κόσμω ομού γινομένης ειδικώς και ολικώς και το φυλάξαι τα πάθη τα κρυπτά, ίνα μη απαντήση τι εξ αυτών εν τη χώρα τη κρυπτή και πνευματική. Τούτο το έργον της καρδίας, όπερ καλείται πο­λιτεία της διανοίας.
Εν τούτω τω έργω της πολιτείας, όπερ καλείται πράξις ψυχική, λεπτύνεται η καρδία και χωρίζεται από της κοι­νωνίας της ηφανισμένης ζωής, της παρά φύσιν ούσης. Εξ ων άρχεται κινείσθαί ποτέ συνιέναι και διανοείσθαι εν τη θεωρία των αισθητών, των κτισθέντων είς την χρείαν και αύξησιν του σώματος, και πώς εν τη διανοία αυτών δίδοται δύναμις τοις τέσσαρσι στοιχείοις τοις εν τω σώματι.
Η δε πολιτεία η πνευματική εστί πράξις χωρίς αισθήσεων,και αύτη εστίν η υπό των Πατέρων γραφείσα, ην ότε οινόες των αγίων δέξονται, η τε υποστατική θεωρία και η παχύτης του σώματος εκ μέσου παραλαμβάνεται, και έκτοτε η θεωρία γίνεται νοητή θεωρίαν γαρ υποστατικήν καλών την κτίσιν της πρώτης φύσεως. Και εκ ταύτης της θεωρίας της υποστατι­κής ευκόλως ανάγεται εις την επίγνωσιν της μοναδικής πολι­τείας, ήτις εστίν, εν τη εξηγήσει τη φανερά, το θαυμάσαι τον Θεόν. Αύτη εστίν η κατάστασις η μεγάλη των μελλόντων αγαθών, η διδομένη εν τη ελευθερία της αθανάτου ζωής, εν τη δια­γωγή τη μετά την ανάστασιν. Διότι ου παύεται η φύσις η ανθρωπίνη εκείσε αεί θαυμάζειν τον Θεόν και μη εννοούσα τι όλως περί των κτισμάτων. Εί ην γαρ τι όμοιον τω Θεώ, είχεν αν κινηθήναι προς αυτό ο νους, ποτέ μεν εν τω Θεώ, ποτέ δε εν τούτω. Επεί δε πάσα η ωραιότης των γινομένων εν τη καινότητι τη μελλούση κατωτέρα της ωραιότητας αυτού εστί, πώς δύναται η διάνοια εξελθείν τη θεωρία αυτής έξωθεν της του Θεού ωραιότητος; Τί ούν; το αποθανείν λυπεί αυτόν; Αλλά η βάρησις της σαρκός; άλλ' η μνήμη των ιδίων αυτού; άλλ' η χρεία της φύσεως; αλλ΄ αι συμφοραί; αλλ' αι εναντιώσεις, η με­τεωρισμός άγνωστος, ή ατελειότης της φύσεως, η εν τοις στοιχείοις περικύκλωσις, ή συντυχία τινός μετά τίνος, ή ακηδία, ή κατάκοπος μόχθος του σώματος; Ουδαμώς.
Αλλά ταύτα πάντα, εί και εν τω κοσμώ γίνονται, όμως εν τω καιρώ εκείνω, ότε εξαρθή το κάλυμμα των παθών εκ των οφθαλμών της διανοίας και κατόπτευση εκείνην την δόξαν, ευθύς υψούται η διάνοια εν εκπλήξει. Και εί μη, ότι ο Θεός όρον τέθεικεν εν τη ζωή ταύτη τοις τοιούτοις πράγμασι πόσον δει βραδύνειν εν αυτοίς, και όμως, εί συνεχωρήθη εν πάση τη ζωή του ανθρώπου, ουκ είχον εξελθείν εκείθεν εκ της θεωρίας αυτών, πόσον μάλλον εκεί οπού ταύτα όλα ουκ είσιν (η αρετή γαρ εκείνη αόριστος εστί), και εν αυτοίς τοις πράγμασιν οποίο στατικώς εσόμεθα ένδοθεν βασιλικών αυλών, εί αξιωθώμεν δια της πολιτείας ημών;
Πως ούν δύναται πάλιν η διάνοια εξελθείν και μακρυνθήναι εκ της θαυμαστής και θεϊκής θεωρίας εκείνης και πεσείν εν άλλω πράγματι; Ουαί ημίν, ότι ου γνωρίζομεν τάς ψυχάς ημών, ουδέ είς ποίαν πολιτείαν εκλήθημεν, και την ζωήν ταύτην της ασθενείας και την κατάστασιν των ζώντων και τάς θλίψεις του κόσμου και αυτόν τον κόσμον και τάς κακίας αυτού και τάς αναπαύσεις αυτού λογιζόμεθα, ότι εισί τι.
Ευχή
Αλλ', ω Χριστέ, ο μόνος δυνατός, μακάριος ου η αντίληψις αυτού παρά σοι και αναβάσεις εν τη καρδία αυτού διέθετο. Σύ, Κύριε, απόστρεψον τα πρόσωπα ημών εκ του κόσμου εν τη επιθυμία σου, έως αν ίδωμεν αυτόν όπερ εστί, και μη πιστεύσωμεν τη σκιά, ώσπερ τη αληθεία. Καινοποιήσας, εγκαίνισον εν τη διανοία ημών, Κύριε, σπουδήν προ του θανάτου. Όπως εν τη ώρα της εξόδου ημών γνώμεν, πώς ην η είσοδος ημών και η έξοδος είς τον κόσμον τούτον, έως αν τελειώσωμεν το έργον, είς ο εκλήθημεν κατά το θέλημα σου εν τη ζωή ταύτη πρώτον, και μετά ταύτα ελπίσωμεν εν διανοία πεπληρωμένη πεποιθήσεως δέξασθαι τα μεγάλα, κατά την επαγγελίαν των Γραφών, α ητοίμασεν η αγάπη σου εν τη δευτέρα καινουργία, ων η μνήμη αυτών φυλάττεται εν τη πίστει των μυστηρίων
Περί καθάρσεως τον σώματος και της ψυχής και του νου
Η κάθαρσις του σώματος εστίν οσιότης εκ του μολυσμού της σαρκός. Η κάθαρσις της ψυχής εστίν η ελευθερία των κρυπτών παθών των εν τη διανοία συνισταμένων. Η κά­θαρσις δε του νοός εστίν εν τη των μυστηρίων αποκαλύψει καθαίρεται γαρ εκ πάντων των υποπιπτόντων τη αισθήσει εν τω τρόπω της παχύτητος αυτών.
Και τα παιδία τα μικρά αγνά είσι τω σώματι και απαθή τη ψυχή, και ουδείς καλεί αυτά καθαρά τω νώ η καθαρότης γαρ του νου εστίν η τελειότης εν τη αναστροφή της ουρανίου θεωρίας της εκτός των αισθήσεων, κινουμένου εν τη δυνάμει τη πνευματική, των άνω κατακοσμήσεων, των αναριθμήτων θαυμάτων του ουρανίου κόσμου εκείνου, ων η διαγωγή μεμέρισται εξ αλλήλων των λεπτών εν τη αοράτω διακονία αυτών, των εν τη εννοία όντων των θεϊκών αποκαλύψεων, των συνεχών εν τη αλλοιώσει αυτών εν πάση ώρα.
Αυτός ο Θεός ημών αξιώσαι ημάς αεί θεωρείν αυτόν εν γυμνότητι νου, και μετά ταύτα αμέσως είς αιώνας αιώνων. Αυτώ η δόξα, Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΙΗ': ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΟΣΟΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΤΟ ΜΕΤΡΟΝ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΕΤΡΑ ΤΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ

Έστι γνώσις προηγουμένη της πίστεως, και έστι γνώσις τικτομένη εκ της πίστεως. Η γνώσις η προηγουμένη της πίστεως εστί γνώσις φυσική, η δε τικτομένη εκ της πίστεως γνώσις εστί πνευματική. Εστί δε γνώσις φυσική διακρίνουσα το καλόν εκ του κακού, ήτις και καλείται διάκρισις φυσική, εν η γινώσκομεν το καλόν εκ του κακού φυσικώς άνευ μαθήσεως. Ταύτην έθετο ο Θεός εν τη λογική φύσει, εκ δε της μαθήσεως αύξησιν και προσθήκην λαμβάνει. Ουκ έστι τις ο ταύτην μη έχων.
Και αύτη η δύναμις της γνώσεως της φυσικής της λογικής ψυχής, η διάκρισις εστί του κάλου και του κάκου, η κι­νούμενη εν αυτή απαύστως. Και οι στερηθέντες αυτής κάτωθεν της λογικής φύσεως εστίν, οι δε έχοντες ταύτην ορθώς εν τη ψυχική φύσει ίστανται και ουκ έχουσί τίνα αφανισμόν εν οίς έδωκεν ο Θεός τη φύσει προς τιμήν των λογικών αότού. Τους δε ταύτην την διάγνωσιν απολέσαντας, την διακρίνουσαν το καλόν εκ του κακού, ονειδίζει ο Προφήτης λέγων «άνθρωπος εν τιμή ων, ου συνήκεν».
Η τιμή της λογικής φύσεως η διάκρισις εστίν, η διακρίνουσα το καλόν εκ του κακού. Και δικαίως τους απολέσαντας ταύτην ωμοίωσε τοις ανοήτοις κτήνεσι, τοις μη έχουσι το λογικόν και διακριτικόν. Εν ταύτη δυνατόν εστίν ημίν εύρειν την οδόν του Θεού. Και αύτη εστίν η γνώσις η φυσική και αύτη προηγείται της πίστεως και αύτη οδός εστί προς τον Θεόν. Και εν ταύτη γινώσκομεν το καλόν εκ του κακού διακρίναι και δέξασθαι την πίστιν. Και μαρτυρεί η δύναμις της φύσεως, ότι πρέπει τω ανθρώπω πιστεύσαι τω παραγαγόντι εις την κτίσιν ταύτα πάντα και πιστεύσαι τοις λόγοις των εντολών αυτού και ποιήσαι αυτούς. Και εκ του πιστεύσαι τίκτεται ο φόβος του Θεού, και ότε ακολουθήσει τοις έργοις και προς μικρόν ανέλθη προς εργασίαν, τίκτει την γνώσιν την πνευματικήν, ην είπομεν τίκτεσθαι εκ της πίστεως.
Η φυσική γνώσις ήτις εστίν η διάκρισίς του καλού και του κακού, η υπό του Θεού εντεθείσα τη φύσει ημών, αύτη πείθει ημάς, ότι δει πιστεύειν τω Θεώ, τω παραγαγόντι τα πάντα. Και η πίστις ποιεί εν ημίν τον φόβον, και αναγκάζει ημάς ο φόβος μετανοήσαι και εργάσασθαι. Και ούτω δίδοται η πνευματική γνώσις τω ανθρώπω, ήτις εστίν αίσθησις των μυστηρίων, ήτις γεννά την πίστιν της αληθούς θεωρίας. Ούχ απλώς δε όντως εκ πίστεως μόνης ψιλής γεννάται η γνώσις η πνευμα­τική, άλλ' η πίστις φόβον Θεού γεννά και εν τω φόβω του Θεού, όταν αρξώμεθα ενεργείν εν αυτώ, εκ της ενεργείας του φόβου του Θεού τίκτεται η γνώσις η πνευματική, καθάπερ είπεν ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ότι, ότε τις κτήσεται θέ­λημα ακόλουθον τω φόβω του Θεού και τη ορθή φρονήσει, τα­χέως λαμβάνει την αποκάλυψιν των κρυπτών. Καλεί δε αποκάλυψιν των κρυπτών, την γνώσιν την πνευματικήν.
Ουχ ο φόβος δε του Θεού τίκτει ταύτην την γνώσιν την πνευματικήν (διότι όπερ ουκ εστίν εν τη φύσει κείμενον, γεννηθήναι ου δύναται), αλλά δόσις δίδοται αυτή η γνώσις τη εργασία του φόβου του Θεού. Ηνίκα ερευνήσεις καλώς το έργον του φόβου του Θεού, ευρίσκεις ότι αύτη εστίν η μετάνοια και η γνώσις η πνευματική ενταύθα. Αύτη εστίν ην είπομεν, ότι, όνπερ εν τω βαπτίσματι εδεξάμεθα τον αρραβώνα αυτού, δια της μετανοίας πάντως δεχόμεθα το χάρισμα αυτού. Και το χάρισμα, όπερ είπομεν, ότι δια της μετανοίας λαμβάνομεν αυτό, αυτή εστίν η γνώσις η πνευματική, η δια της ενεργείας του φό­βου διδομένη δόσις. Η πνευματική δε γνώσις εστίν η αίσθησις των κρυπτών, και όταν αισθηθή τις τούτων των αοράτων και κατά πολύ υπερβαλλόντων, εκ τούτων λαμβάνει όνομα της πνευματικής γνώσεως, και γεννάται εν τη αίσθήσει ταύτη τις πίστις άλλη, ουκ εναντία ούσα εκείνη τη πρώτη, αλλά βεβαιού­σα την πίστιν εκείνην. Και καλούσιν αυτήν πίστιν της θεωρίας. Έως εκεί η ακοή, νυν δε θεωρία, η δε θεωρία της ακοής ασφαλεστέρα υπάρχει.
Ταύτα πάντα εκ της γνώσεως εκείνης, της διακρινούσης το καλόν εκ του κακού, της εν τη φύσει ούσης, τίκτονται. Και αυτή εστίν ο σπόρος ο αγαθός της αρετής, και ήδη ελέχθη. Και ότε ταύτην την φυσικήν γνώσιν καλύψομεν τω θελήματι ημών τω φιληδόνω, εκ πάντων των αγαθών τούτων εκπίπτομεν.
Και ακολουθεί ταύτη τη φυσική γνώσει κέντησις διηνεκής της συνειδήσεως, μνήμη του θανάτου αδιάλειπτος, και φροντίς τις, βάσανος ούσα έως της εξόδου ταύτης. Μετά ταύ­την, η λύπη, η κατήφεια, ο φόβος του Θεού, η αιδώς η εκ της φύσεως, η λύπη η υπέρ των αμαρτιών αυτού των προτέρων, η πρέπουσα σπουδή, η μνήμη της κοινής οδού, και φροντίς περί των εφοδίων αυτής, και αίτησις μετά πένθους παρά του Θεού καλώς εισελθείν είς την πύλην ταύτην, ήτις εστίν η διάβασις πάσης της φύσεως, καταφρόνησις κόσμου και πολύς αγών υπέρ της αρετής.
Ταυτά πάντα εν τη γνώσει τη φυσική ευρίσκεται. Συγκρινέτω ούν τις τα έργα αυτού προς ταύτα. Ότε γαρ ευρέθη άνθρωπος εν τούτοις, εν τη οδώ τη φυσική πορεύεται, και όταν υπεραρθή τούτων και φθάση είς την αγάπην, υπεραίρεται υπέρ την φύσιν και παρέρχεται εξ αυτού ο αγών και ο φόβος και ο κόπος και ο μόχθος εν πάσι ταύτα τα παρεπόμενα τη φυσική γνώσει, και ταύτα ευρίσκομεν εν εαυτοίς, όταν μη καλύψωμεν αυτήν τω θελήματι ημών τω φιληδόνω, και εν τούτοις γινόμεθα, έως αν φθάσωμεν την αγάπην, ήτις ελευθεροί ημάς εκ πάντων τούτων.
Εκ τούτων των ρηθέντων συγκρινέτω τις και εξεταζέτω εαυτόν εν ποίοις πορεύεται, εν τοις παρά φύσιν ούσιν, ή εν τοις κατά φύσιν, ή εν τοις υπέρ φύσιν. Εκ των τρόπων των ρηθέντων φανερώς και ταχέως δύναται τις ευρείν την κυβέρνησιν της όλης ζωής αυτού. Και όταν μη ευρεθή τοις κατά φύσιν ρηθείσιν υφ' ημών, ως ωρίσαμεν, και εν τοις υπέρ φύσιν ούσιν ούχ υπάρχη, δήλον εστίν, ότι εν τοις παρά φύσιν υπάρχει ερριμμένος.
Τω δε Θεώ ημών δόξα εις τους αιώνας. Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΙΘ': ΠΕΡΙ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗΣ

Άνθρωπε ελάχιστε, θέλεις ευρείν την ζωήν; Την πίστιν και την ταπείνωσιν κράτησον εν εαυτώ, ότι εν αυταίς ευρίσκεις το έλεος και την βοήθειαν και λόγους εν καρδία εκ του Θεού λαλουμένους μετά του φύλακος του εν τω κρύπτω και εν τω φανερώ παραμένοντος σοι. Θέλεις ταύτα κτήσασθαι, άπερ εισίν ομιλίαι της ζωής; Εν απλότητι πορεύθητι και μη εν γνώσει ενώπιον του Θεού. Τη απλότητι η πίστις ακολουθεί, τη λεπτοτητι δε και τη αντιστροφή των λογισμών η οίησις, τη δε, απέχεσθαι του Θεού.
Ότε προσεγγίσεις ενώπιον του Θεού δια προσευχής, ούτω γενού εν τω λογισμω σου, ώσπερ μύρμηξ και ώσπερ τα ερπετά της γης, και ώσπερ βδέλλα και ως παιδίον ψελλίζον.
Και μη είπης έμπροσθεν αυτού τι εν γνώσει, αλλά τω νηπιάζοντι φρονήματι προσέγγισον τω Θεώ και πορεύθητι ενώπιον αυτού, ίνα αξιωθής της προνοίας εκείνης της πατρικής, της γι­νομένης υπό των πατέρων επί τα τέκνα αυτών τα νήπια. Ερρέθη, «φυλάσσων τα νήπια ο Κύριος». Προσεγγίζει ο νήπιος τω όφει και κρατεί αυτόν είς τον τράχηλον αυτού, και ου βλάπτει αυτόν. Γυμνός πορεύεται ο νήπιος όλον τον χειμώνα, ότε άλλοι ενδεδυμένοι και εσκεπασμένοι, και υπεισέρχεται το ψύχος εν όλοις τοις εαυτού μέλεσιν. Αυτός κάθηται γυμνός εν ημέρα ψύχους και κρύους και πάχνης, και ου πονεί. Διότι το σώμα της ιδιωτείας αυτού κεκαλυμμένον εστίν εν άλλω ενδύματι αοράτω, εκ της προνοίας εκείνης της κρυπτής, της τηρούσης τα τρυφερά αυτού μέλη, ίνα μη εγγίση αυτοίς βλάβη εκ τίνος.
Νυν πιστεύεις, ότι εστί πρόνοια τις κρυπτή, ήτινι το τρυφερόν σώμα το έτοιμον ταχέως είς εκάστην βλάβην, δια την τρυφερότητα και ασθενή πολιτείαν αυτού, διαφυλάττεται εν μέσω των εναντίων και ου κατανοείται ύπ' αυτών; Φησι, «φυλάσσων τα νήπια ο Κύριος». Και ου τούτους μόνον τους μικρούς τω σώματι, αλλά κάί τους εν κοσμώ σοφούς οντάς, τους καταλιμπάνοντας την γνώσιν αυτών και επ' έκεινην την σοφίαν την επαρκούσαν επερειδομένους και γινόμενους ως νηπίους εν τω εαυτών θελήματι και τότε μανθάνοντας έκεινην την σοφίαν την μη αισθανομένην εν έργοις γυμνασίας.
Και καλώς είπεν ο σοφός τα θεια Παύλος· «ο δοκών σοφός είναι εν τω κόσμω τούτω, γενέσθω μωρός, ίνα γένηται σοφός» όμως αίτησαι τον Θεόν, δούναι σοι φθάσαι το μέτρον της πίστεως. Κάί εάν της τροφής αυτής αισθηθής εν τη ψυχή σου, ουκ εστί μοι δυσχερές ειπείν πάλιν, ότι ουκ έστι το κωλύον σε από του Χριστού. Και ουκ ίστι σοι δυσχερές αιχμαλωτισθήναι εν πάση ώρα από των γηίνων, κάί λαβείν τούτον τον κόσμον τον ασθενή και τάς μνήμας των πραγμάτων αυτού. Υπέρ τούτου άόκνως προσεύχου και εν θερμότητι ίκέτευσον ίο και εν σπουδή πολλή δεήθητι, έως αν λαβής. Και πάλιν ου μη ατόνησης. Άξιωθήση δε τούτων, εάν πρώτον βιάσης εαυτόν του έπιρρίψαι έπϊ τον Θεόν την μέριμνάν σου μετά πίστεως και ανταλλάξες την πρόνοιάν σου είς την πρόνοιαν αυτού.
Kαι τότε όταν ίδη το θέλημα σου, ότι εν πάση καθαρότητι του φρονήματος επίστευσας αυτώ τω Θεώ υπέρ εαυτόν και εβιάσω εαυτόν ελπίσας επί τον Θεόν πλέον της ψυχής σου, τότε εκείνη η δύναμις η άγνωστος υπό σου επισκηνοί επί σε. Και αισθητικώς αισθηθήση της δυνάμεως του μετά σου ανενδοιάστως εκείνης της δυνάμεως, ης αισθανόμενοι πολλοί εισ­έρχονται είς το πυρ και ου φοβούνται, και έπι το ύδωρ πατούντες, ου διστάζουσι τω λογισμώ εαυτών, μήπως καταποντισθώσι. Διότι ενισχύει η πίστις τάς αισθήσεις της ψυχής και ωσανεί τίνος αοράτου αισθάνεται, πείθοντος αυτόν μη προσέχειν τη οράσει των φοβερών πραγμάτων, μηδέ τη οράσει τη υπερβαλλούση των αισθήσεων βλέπειν.
Τάχα δοκεί σοι παντελώς, ότι την γνώσιν την πνευματικήν εκείνην εν ταύτη τη ψυχική γνώσει δέχεται τις; Και ου μόνον αδύνατον υποδεχθήναι εκείνην την πνευματικήν εν ταύτη τη γνώσει τη ψυχική, άλλ' ουδέ αισθήσει αισθηθήναι αυτής δυνατόν τινι ή αξιωθήναι αυτής των εν ταύτη σπουδαζόντων γυμνασθήναι. Και εάν τίνες εξ αυτών θέλωσι προσεγγίσαι εκείνη τη γνώσει του Πνεύματος, έως ου απαρνήσωνται ταύτην και πάσαν αναστροφήν της λεπτότητος αυτής και την πολύπλοκον αυτής μέθοδον, και σταθώσιν είς το νήπιον αυτής φρόνημα, ουδέ προς ολίγον εκείνη προσεγγίσαι δύνανται. Αλλά πολύς αναχαιτισμός γίνεται αυτοίς η συνήθεια αυτής και αι έννοιαι αυ­τής, έως αν κατά μικρόν και μικρόν εξάλειψη αυτά. Η γνώσις εκείνη του Πνεύματος απλή εστί και εν λογισμοίς ψυχικοίς ουκ επιλάμπει. Έως αν ελευθερωθή η διανοία εκ των πολλών λογισμών και έλθη είς μίαν απλότητα της καθαρότητος, ου μη δυνηθή αισθηθήναι της γνώσεως της πνευματικής.
Αύτη η τάξις της γνώσεως, το αισθηθήναι της τρυφής εκείνης της ζωής του αιώνος εκείνου. Εντεύθεν τους πολλούς λογισμούς ψέγει. Η δε γνώσις αύτη η ψυχική εκτός πλήθους λογισμών γνώναί τι άλλο, το εν τη απλότητι της διανοίας δεχόμενον ου δύναται, κατά τον λέγοντα «εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία, εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού ου δύνασθε». Αλλ' ιδού οι πολλοί εις την τοιαύτην ιδιωτείαν ου φθάνουσι, και είς τα έργα αυτών τα αγαθά ελπίζομεν, ότι τετήρηται αυτοίς μέρος εν τη των ουρανών βασιλεία, καθώς εκ της συνέσεως των μακαρισμών των Ευαγγελίων, ων έθηκε διαφόρως, γνωσθήναι ημίν, ότι αλλοιώσεις πολλάς εν διαφόροις πολιτείαις εγνώρισεν ημίν εν αυτοίς τοις μακαρισμοίς. Διό­τι έκαστος άνθρωπος είς όλα τα μέτρα εν πάση οδώ, η πορεύε­ται προς αυτόν, αυτός ανοίγει έμπροσθεν αυτού την πύλην της βασιλείας των ουρανών.
Αλλ' εκείνην την γνώσιν την πνευματικήν ου δύναται τις δέξασθαι, εάν μη στραφή και γένηται ως παιδίον. Εντεύθεν γαρ αισθάνεται της τροφής εκείνης της βασιλείας των ου­ρανών. Την βασιλείαν των ουρανών θεωρίαν πνευματικήν λέγουσιν ότι εστί. Και αύτη ουκ εν τοις έργοις των λογισμών ευ­ρίσκεται, αλλ' εκ της χάριτος γευθήναι δύναται, και έως αν καθαρθή ο άνθρωπος, ουδέ ακούσαι αυτής καν ικανοί. Διότι εκ μαθήσεως ουδείς δύναται αυτήν κτήσασθαι. Εάν φθάσης την καθαρότητα της καρδίας την εκ πίστεως, ώ τέκνον, προσγινομένην, την εν ησυχία τη εκ των ανθρώπων, και λάθης την γνώσιν τούτου του κόσμου, ώστε σε μη αισθηθήναι αυτής, εξαίφνης ευρεθήσεται αύτη έμπροσθεν σου, χωρίς ερεύνης της περί αυτήν. «Στήσον», φησί, «στήλην και επίχεε επ' αυτήν έλαιον, και ευρήσεις θησαυρόν εν τω κόλπω σου».
Εάν δε τη αγχόνη της γνώσεως της ψυχικής κρατηθής, ουκ άτοπον μοι ειπείν, ότι ευχερές σοι εκ των δεσμών του σιδήρου λυθήναι, ή εξ αυτής. Και ουκ απέχεις αεί εκ των παγί­δων της πλάνης και ουδέποτε συνήσεις λαβείν παρρησίαν τε και πεποίθησιν προς τον Κύριον, και εν πάση ώρα κατά στόμα του ξίφους πορεύη και εκτός λύπης γενέσθαι παντελώς ου δυνήση. Εν ασθένεια και απλότητι δεήθητι, ίνα ζήσης καλώς έμπροσθεν του Θεού και εκτός μερίμνης γενήση. Καθάπερ γαρ ακολουθεί η σκιά τω σώματι, ούτω και τη ταπεινοφροσύνη το έλεος. Λοιπόν, εάν εν τούτοις εθέλης αναστρέφεσθαι, μη δως χείρα τοις ασθενέσι λογισμοίς παντελώς. Και εάν πάσαι αι βλάβαι και αι κακίαι και οι κίνδυνοι περικυκλώσωσι και εκφοβώσι σε, μη φροντίσης περί αυτών, μηδέ ψηφήσης αυτά.
Εάν άπαξ επίστευσας τω Κυρίω τω αύταρκουντι προς φυλακήν σου, και εάν πορεύση οπίσω αυτού, μη πάλιν φροντίσης εις τι των τοιούτων. Άλλ' είπε τη ψυχή σου, Αυταρκεί μοι είς πάντα ωτινι την ψυχήν μου καθάπαξ παρέδωκα. Εγώ ουκ ειμί ώδε, αυτός γινώσκει. Και τότε βλέπεις εν έργω τα θαυμάσια του Θεού. Πώς εγγύς εστίν εν παντι καιρώ λυτρώσασθαι τους φοβούμενους αυτόν, και πώς η πρόνοια αυτού περικυκλοί αυτούς, και ου καθοράται. Ούχ ότι ούν ου καθοράται τοις σωματικοίς οφθαλμοίς ο φρουρός ο μετά σου, οφείλεις διστάσαι εν αυτώ ότι ουκ εστί. Πολλάκις γαρ και τοις σωματι­κοίς οφθαλμοίς αποκαλύπτεται προς το σε θαρρήσαι.
Ηνίκα γαρ ο άνθρωπος ρίψειεν εξ αυτού πάσαν αντίληψιν ορωμένην και την ανθρωπίνην ελπίδα, και τω Θεώ ακολουθήσειεν εν πίστει και καθαρή καρδία, ευθέως ακολουθεί αυτώ η χάρις και αποκαλύπτει αυτώ την εαυτής δύναμιν εν πολυτρόποις αντιλήψεσι. Πρώτον μεν εν τοις φανεροίς τούτοις και τοις του σώματος, και δεικνύει αύτω την εαυτής αντίληψιν, δια της περί αυτόν προνοίας, ως δύνασθαι αυτόν εν τούτοις επί πλέον αισθηθήναι της δυνάμεως της προνοίας του Θεού της περί αυτόν.
Και εν τη συνέσει των φανερών βεβαιούται και περί των κρυπτών, καθώς δει τη νηπιότητι του φρονήματος αυτού και τη διαγωγή αυτού, ότι πώς ευπρεπίζεται η χρεία αυτού χωρίς έργου, ηνίκα ουκ εφρόντισε. Και πολλάς επιφοράς παρέρχεσθαι εξ αυτού ποιεί, προσεγγίζουσας αύτω, πολλάκις πεπληρωμένας κινδύνων, ηνίκα αυτός ουκ ενόησεν εν αυταίς, αλλ' ανεπαισθήτως η χάρις αποδιώκει απ' αυτού εν θαύματι μεγάλω, και φρουρεί αυτόν καθάπερ τροφός, ήτις εκπετά τάς πτέρυγας εαυτής επί τα εαυτής τέκνα, του μη προσεγγίσαι αυτοίς βλάβην τινός και δεικνύει αυτώ τοις οφθαλμοίς αυτού, ότι πώς προσήγιζε αυτώ η απώλεια αυτού και αβλαβώς διέμεινεν.
Ούτω γυμνάζει αυτόν και εν τοις κρυπτοίς, και ανοίγει έμπροσθεν αυτού την ενέδραν των εννοιών και των λογι­σμών των δυσχερών, των ακατάληπτων. Και ευκόλως ευρί­σκεται αυτώ η κατανόησις αυτών και η ακολουθία αυτών προς αλλήλους και η πλάνη αυτών, και τίνι μεν αυτών προσκολλάται και πώς γεννώνται εις εξ ενός και απολούσι την ψυχήν. Και καταισχύνει εν οφθαλμοίς αυτού πάσαν ενέδραν των δαιμόνων και το κατάλυμα των λογισμών αυτών, και τίθησιν εν αύτω σύνεσιν κατανοήσαι τα εσόμενα και ανατέλλει εντός της απλότητος φως κρυπτόν, του αισθηθήναι εις πάντα, και την δύναμιν των εννοιών των λογισμών των λεπτών. Και δεικνύει αυτώ ως εν δακτύλω, ότι, ει μη ταύτα έγνω, τί έμελλε πάσχειν. Και τότε γεννάται αυτώ εντεύθεν, ότι έκαστον πράγμα μικρόν και μέγα εν ευχή δει εξαιτήσασθαι παρά του δημιουργού αυτού περί αυτού.
Και ηνίκα η θεία χάρις βεβαιώσειε το φρόνημα αυτού εις πάντα ταύτα, του πεποιθέναι έπι τον Θεόν, τότε άρχεται εισέρχεσθαι είς τους πειρασμούς κατά μικρόν και μικρόν. Και παραχωρεί πεμφθήναι αυτώ πειρασμούς ικανούς προς το μέτρον αυτού, του βαστάξαι την ισχύν αυτών. Και εν αυτοίς τοις πειρασμοίς προσεγγίζει αυτώ η αντίληψις αισθητικώς, ίνα θαρρήση, έως αν κατά μικρόν και μικρόν γυμνασθή και κτήσηται σοφίαν και περιφρονήση τους εχθρούς αυτού εν τη πεποιθήσει τη προς τον Θεόν. Ου δυνατόν γαρ εκτός τούτων σοφισθήναι εν τοις πολεμίοις τοις πνευματικοίς και γνώναι τον εαυτού προνοητήν και αισθηθήναι του Θεού αυτού και στερεωθήναι εν τη πίστει αυτού κρυπτώς, εί μη εν τη δυνάμει της πείρας αυτόν, ήτις εδέξατο.
Και ηνίκα ίδη η χάρις, ότι ήρξατο εν τω λογισμω αυτού η οίησις μικρόν, και ήρξατο λογίζεσθαι μέγα περί εαυτού, ευθέως παραχωρεί τους πειρασμούς κατ' αυτού ισχυροποιηθήναι και κραταιωθήναι, έως αν μάθη την εαυτού ασθένειαν και φύγη και κατάσχη τον Θεόν εν ταπεινώσει. Και εν τούτοις έρ­χεται ο άνθρωπος είς τα μέτρα του τελείου ανδρός εν τη πίστει και τη ελπίδι του Υιού του Θεού και υψούται προς την αγάπην. Θαυμαστή γαρ γνωρίζεται η αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπον, όταν ποτέ εν μέσω γένηται πραγμάτων των διακοπτόντων την ελπίδα αυτού, και εκείσε δεικνύει ο Θεός την δύναμιν εαυ­τού εν τη σωτηρία τη επ' αυτόν. Ουδέποτε γαρ μανθάνει ο άν­θρωπος την δύναμιν την θεϊκήν εν αναπαύσει και πλατυσμώ, και ουδέποτε έδειξεν ο Θεός την εαυτού ενέργειαν αισθητικώς, εί μη εν χώρα ησυχίας και εν ερήμω και εν τόποις εστερημένοις των συντυχιών και της ταραχής της κατασκηνωσεως της μετά των ανθρώπων.
Μή θαυμάσης, όταν άρξη της αρετής και βρύουσι κατά σου αι θλίψεις αί σκληροί και ισχυραί εκ παντός τόπου. Διότι ουδέ αρετή λογίζεται εκείνη, ή τινι ουκ ακολουθεί η δυσχέρεια των έργων είς ενέργειαν αυτής. Αύτη γαρ η αρετή εξ αυτού τούτου ωνομάσθη, καθώς είπεν ο άγιος Ιωάννης «Σύνηθές εστί», φησί, «τη αρετή επιπίπτειν τάς δυσκολίας εκείνη δε», φησί, «ψεκτή εστίν, ηνίκα δεδέσμευται τη ανέσει». Ειπεν ο μακάριος Μάρκος ο μοναχός «Πάσα αρετή γινομένη σταυρός ονομάζεται, όταν την εντολήν του Πνεύματος πληροί». Διά τούτο πάντες οι θλίβοντες εν τω φόβω του Κυρίου ζήσαι και εν τω Ιησού Χριστώ διωχθήσονται. Φησι γαρ· «ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού, και ακολουθείτω μοι». Ει τις ου θέλει ζήσαι εν ταίς αναπαύσεσιν, απολέσας την ψυχήν εαυτού ένεκεν εμού ευρήσει αυτήν. Δια τούτο ούν προέλαβε και έθηκεν έμπροσθεν σου τον σταυρόν, ίνα τον θάνατον ορίσης καθ' εαυτού, και τότε αποστείλης την ψυχήν σου πορευθήναι οπίσω αυτού. Ουδέν ισχυρότερον της απογνώσεως. Αύτη ου γινώσκει ηττηθήναι υπό τίνος, εάν τοις δεξιοίς και εάν τοις αριστεροίς. Ότε ο άνθρωπος εν τη διανοία εαυτού κόψει την ελπί­δα εκ της ζωής αυτού, ουδέν θαρσαλεώτερον. Και ουδείς των εχθρών δύναται απαντήσαι αυτώ και ουκ εστί θλίψις, ης τίνος η φήμη εξασθενήσαι το φρόνημα αυτού ποιεί Διότι πασά θλί­ψις γινομένη, υποκάτωθεν του θανάτου εστί, και αυτός έκυψε δέξασθαι καθ' εαυτού τον θάνατον. Εάν είς πάντα τόπον και εις παν πράγμα και είς πάντα καιρόν, εν πάσιν οίς θέλεις περιεργάσασθαι, θής σκοπόν εν τω φρονήματί σου είς έργα και λύπην, ουχί μόνον ευθαρσής και άοκνος ευρεθήση εν παντί καιρώ, του αντιτάσσεσθαι πάση δυσκολία νομιζομένη, αλλά και εν τη δυνάμει των λογισμών σου φεύγουσιν από σου αι πτοούσαι έννοιαι και εκφοβούσαι σε, αι εξ έθους τικτόμεναι εν τω ανθρώπω εξ εκείνων των εις την ανάπαυσιν προσεχόντων λο­γισμών, και πάντα τα δυσχερή και σκληρά, τα συναντώντα σοι, ευχερή και εύκολα ορώνται σοι. Και πολλάκις εξ εναντίας κα­ταντήσει τα κατά σε εκείνων των προσδοκηθέντων υπό σου, και ίσως ουδέν συναντήσεταί σοι των τοιούτων ποτέ.
Συ γινώσκεις, ότι η ελπίς της αναπαύσεως εκ της μνήμη των μεγάλων και εκ των αγαθών και των αρετών στερίσκει εν παντί καιρώ τους ανθρώπους. Αλλ' ουδέ οί εν τω δε τω κοσμώ εν τη συναναστροφή του σώματος υπάρχοντες, φθάσαι δύνανται το τέλειον του θελήματος αυτών, ει μη κρίνωσιν εν τη εαυτών διανοία του υπομείναι τα δυσχερή. Και επειδή η πείρα μαρτυρεί περί τούτων, ου χρεία πείσαι εν λόγοις. Ότι εν πάσι γενεά των προ ημών και έως του νυν ουκ εστίν άλλο δι' ου εξασθενούσιν οι άνθρωποι του μη νικήσαι, στερηθήναι τε των αρίστων πραγμάτων, ει μη τούτο. Διό και συντόμως λέγομεν, Οτι ου καταφρονεί τις της βασιλείας των ουρανών, εϊ μη τη ελπίδι της ανέσεως της μικράς της ενταύθα. Και ου μόνον τούτο πάσχει, αλλά και επιφοραί ισχυροί πολλάκις και πειρασμοί δει­νοί ετοιμάζονται παντι ανθρώπω προσέχοντι τω εαυτού θελήμάτι και προς τούτο οι λογισμοί αυτού πορεύονται · ότι ο κυβερ­νών αυτόν, εστίν η επιθυμία.
Τίς εστίν ο μη γινώσκων, ότι και τα πετεινό, εν τη θεωρία της αναπαύσεως προσπελάζει τη παγίδι; Μη ίσως πολύ υστερεί η γνωσις ημών της γνώσεως των πετεινών εν τη ομοιώσει εν τοις κρυπτοίς ή εν τοις συμβεβηκόσι τοις κεκαλυμμένοις εν τισι πράγμασιν ή εν τόποις ή τινί, εν οίς και ο διά­βολος εξ αρχής εν επαγγελία και φρονήματι της αναπαύσεως θηρεύει ημάς; Αλλά δια το είναι το φρόνημα κατά την επιθυμίαν δραμείν τω λόγω εσφάλην εκ του σκοπού , ου έθηκα εξ αρχής εν τω λόγω μου ότι εν παντί καιρώ τον σκοπόν της θλίψεως δει ημάς τιθέναι τω φρονήματι ημών εν παντί πράγματι, εν ω μέλλομεν άρξασθαι εν τη οδώ τη προς τον Κύριον, και το τέλος της εκβάσεως αυτής δει επερείδειν προς την αρχήν σπου­δαίους.
Ποσάκις ερωτά άνθρωπος, ότε θέλει άρξασθαι εις τι πράγμα δια τον Κύριον, λέγων Άρα εστίν ανάπαυσις εν τω πράγματι; Ή πώς δυνατόν πορεύεσθαι εν αυτή χωρίς έργου ευκόλως; ή ίσως εστίν εν αυτή θλίψις πόνον εμποιούσα τω σώματι; Ουκ ιδού άνω και κάτω το όνομα ζητούμεν της αναπαύσεως; Τι λέγεις, ω άνθρωπε; εις τον ουρανόν ανελθείν εθέλεις και την εκείσε βασιλείαν λαβείν και την κοινωνίαν την μετά του Θεού και την ανάπαυσιν της εκείθεν μακαριότητος και την μετά των Αγγέλων κοινωνίαν και την ζωήν την αθάνατον, και έρωτας συ, εάν έχη η οδός αύτη έργον; Ω θαύμα! Οι επιθυμούντες των πραγμάτων του αιώνος τούτου του διαλυομένου, κατά των κυμάτων των φοβερών της θαλάσσης διαβαίνουσι και εν όδοίς τραχέσι πορευθήναι κατατολμώσι, και όλως ου λέγουσιν, ότι εστίν έργον εν τω πράγματι η λύπη εν ω θέλουσι ποιήσαι, και ημείς εν παντί τόπω περί αναπαύσεως εξετάζομεν; Εάν δε την οδόν της σταυρώσεως κατά νουν λάβωμεν εν παντι καιρώ, εννοήσομεν ποία λύπη ουκ εστίν ευχερεστέρα ταύτης.
Η ίσως εστί τις παντελώς ο μη ταύτα πεπεισμένος, ως ουδέποτέ τις έλαβε νίκην εν τω πολεμώ ή τον στέφανον τον αφανιζόμενον εδέξατό τις ή ήλθεν η επιθυμία του θελήματος αυτού εν τη χειρί αυτού, καν και εκ των επαινουμένων ή, η διηκόνησέ τι εν τοις πράγμασι τοις θεϊκοίς ή κατώρθωσε τίνα των επαινουμένων αρετών, ει μη πρώτον ευρεθή καταφρονήσας των έργων των θλίψεων και απεδίωξεν από της εγγύτητος αυ­τού το φρόνημα το ερεθίζον είς ανάπαυσιν, όπερ γεννά την αμέλειαν και οκνηρίαν και την πτόησιν, εξ ων χαύνωσις εν παντί;
Όταν ο νους ζηλώση υπέρ αρετής και αι αισθήσεις αι φανεραί, ήτοι η όρασις, η ακοή, η όσφρησις, η γεύσις, και η αφή, εξ εναντίας των δυσχερών έργων των αλλότριων, των έξωθεν του έθους και του όρου της δυνάμεως της φυσικής, νικηθήναι ου γινώσκουσιν. Επάν δε εν καιρώ ο θυμός ο φυσικός ενεργή την εαυτού ενέργειαν, τότε η ζωή του σώματος ευκατα­φρόνητος εστίν υπέρ τα σκύβαλα. Ηνίκα γαρ η καρδία ζηλοτυπήσει εν πνεύματι, το σώμα ου λυπείται εν ταίς θλίψεσιν, ουδέ εκ των φόβων ποιείται και συστέλλεται, αλλά συνίσταται αυτώ ο νους προς πάντας τους πειρασμούς, ως αδάμας εν τη καρτερία αυτού.
Ζηλώσωμεν και ημείς τον ζήλον του Πνεύματος υπέρ του θελήματος του Ιησού, και αποδιωχθήσεται αφ' ημών πάσα αμέλεια, η γεννώσα εν τω φρονήματι ημών την ραθυμίαν.Ζήλος γαρ γεννά το θάρσος και το κράτος της ψυχής και την σπουδήν του σώματος. Ποία δύναμις γίνεται εν τοις δαίμοσιν, όταν η ψυχή κίνηση τον εαυτής ζήλον τον σφοδρόν, τον φυσικόν εξ εναντίας αυτών; Και η προθυμία πάλιν του ζήλου γέννημα λέγεται. Και όταν εξάγη την εαυτόν δύναμιν εις πράξιν, πάσαν ισχύν απτόητον γινομένην εν τη ψυχή βεβαιοί. Και αυτούς δε τους στεφάνους της ομολογίας, ους υποδέχονται οι αθλητάι και οι μάρτυρες εν τη καρτερία αυτών, εν ταίς δυσίν εργασίαις του ζήλου και της προθυμίας, των τικτομένων εκ της δυνάμε­ως του θυμού του φυσικού, κομίζονται. Γίνονται απαθείς εν τη σφοδρά λύπη των βασάνων.
Ο Θεός δώη και ημίν τοιαύτην προθυμίαν εν τη αυτού ευαρεστήσει. Αμήν.

ΛΟΓΟΣ Κ': ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΟΣΗΝ ΤΙΜΗΝ ΚΕΚΤΗΤΑΙ Η ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΝ ΑΝΩΤΕΡΟΣ ΕΣΤΙΝ Ο ΒΑΘΜΟΣ ΑΥΤΗΣ

Θέλω ανοίξαι το στόμα μου, αδελφοί, και λαλήσαι περί της υψηλής υποθέσεως της ταπεινοφροσύνης, και πληρούμαι φόβου καθάπερ τις επισταμένος, ότι μέλλει περί Θεού διαλέγεσθαι εν τω τρόπω των εαυτού λογισμών. Στολή γαρ θεότητας εστίν. Ο γαρ Λόγος ο ενανθρωπήσας, αυ­τήν ενεδύσατο και ωμίλησεν ημίν δι' αυτής εν τω σώματι ημών. Και πας αμφιεσάμενος αυτήν αληθώς αφωμοιώθη τω καταβάντι εκ του εαυτού ύψους και καλύψαντι την αρετήν της μεγαλωσύνης αυτού και σκεπάσαντι την εαυτού δόξαν εν τη ταπεινοφροσύνη, ίνα μη η κτίσις τη αυτού θεωρία καταφλεχθή. Διότι η κτίσις ουκ ηδύνατο θεάσασθαι αυτόν, ει μη μέρος εξ αυ­τής έλαβε και ούτως ωμίλησε μετ' αυτής, ούτε δε ακούσαι των λόγων του στόματος αυτού πρόσωπον προς πρόσωπον. Διότι ουδέ οι υιοί Ισραήλ της φωνής αυτού ακούσαι ηδυνήθησαν, ηνίκα εκ της νεφέλης ελάλησε προς αυτούς, εως αν είπον προς Μωϋσήν «λαλείτω ό Θεός μετά σου, και συ ακούτισον προς ημάς τους λόγους αυτού, και μη λαλήση ο Θεός μεθ' ημών, ίνα μη αποθάνωμεν».
Πως ούν φανερώς η κτίσις ηδύνατο δέξασθαι την θεωρίαν αυτού; Ούτω γαρ φοβερόν το δράμα του Θεού, ώστε τον μεσίτην ειπείν, «έμφοβός ειμί και έντρομος». Εφάνη γαρ επί το
όρος το Σινά αύτη η αρετή της δόξης. Και το όρος ην καπνιζόμενον και τρέμον εν τω φόβω της αποκαλύψεως της εν αυτώ, ώστε και τα θηρία τα πλησιάζοντα τοις κατωτέροις αυτού μέρεσιν αποθνήσκειν. Και ητοιμάσθησαν και παρεσκευάσθησαν οι υιοί Ισραήλ, αγνίσαντες εαυτούς, κατά την εντολήν του Μωϋσέως, ημέρας τρεις, ώστε γενέσθαι αυτούς αξίους του ακούσαι της φωνής του Θεού και της οράσεως της αποκαλύψε­ως αυτού. Και ότε έφθασεν ο καιρός, ουκ ηδυνήθησαν δέξα­σθαι την όρασιν του φωτός αυτού και την σφοδρότητα της φωνής των βροντών αυτού.
Αλλά νυν, ότε την χάριν εαυτού εξέχεεν επί τον κόσμον εν τη εαυτού παρουσία, ουκ εν σεισμώ, ουκ εν πυρί, ουκ εν φωνή φοβερά και σφοδρά κατήλθεν, άλλ' ως υετός επί πόκον και η σταγών η στάζουσα επί την γήν εν απαλότητι, και εν άλλω τρόπω ωράθη ομιλών ημίν. Τούτο δε εστίν, ηνίκα ως εν θησαυρώ εσκέπασε την μεγαλωσύνην εαυτού εν τω σκεπάσματι της σαρκός, και εν ημίν ωμίλει μεθ' ημών εν εκείνω, όπερ ετεκτήνατο αυτώ το εαυτού νεύμα εκ του κόλπου της Παρθένου και Θεοτόκου Μαρίας, όπως, ιδόντες αυτόν τον όντα εκ του γένους ημών ομιλούντα μεθ' ημών, μη θροηθώμεν εκ της θεω­ρίας αυτού. Δια τούτο πας, ος την στολήν, εν η ωράθη εν τω σώματι εκείνω, ο ενεδύσατο ο κτίστης, αμφιεσθείη, αυτόν τον Χριστόν ενεδύσατο. Ότι την αφομοίωσιν, εν η ωράθη τη κτί­σει εαυτού και συνανεστράφη, επεθύμησεν ενδύσασθαι είς τον έσω αυτού άνθρωπον και εν αυτή οράται τοις συνδούλοις αυτώ. Και αντί του ενδύματος της τιμής και της δόξης της εξωτέρας, εν αυτή εκοσμήθη.
Δία τούτο πάντα άνθρωπον, τον τούτο το ομοίωμα ενδεδυμένον, θεωρούσα η κτίσις η λογική και σιωπητική κατά τον Δεσπότην προσκυνεί αυτώ, δια την τιμήν του εαυτής Δεσπότου, ον εθεάσατο ενδεδυμένον αυτήν, και συναναστρεφόμενον εν αυτή. Ποία γαρ κτίσις ουκ αιδείται την θεωρίαν του ταπεινόφρονος; Όμως δε έως αν απεκαλύφθη η δόξα της ταπει­νοφροσύνης τοις πάσιν, ευκαταφρόνητος ην η θεωρία εκείνη, η πλήρης αγιότητος. Νυν δε ανέτειλεν η μεγαλωσύνη αυτής τοις οφθαλμοίς του κόσμου, και πάς άνθρωπος τιμά την ομοιότητα ταύτην εν παντί τόπω ορωμένην, και εν τούτω τω μεσίτη ηξιώθη η κτίσις δέξασθαι την όρασιν του κτίστου εαυτής και δημιουργού. Διά τούτο ουδέ παρά τοις εχθροίς της αληθείας εστίν ευκαταφρόνητος, ει και ενδεής εστί πάσης της κτίσεως, ο ταύτην κτησάμενος, άλλ' ως εν στεφάνω και πορφύρα τιμάται
εν αυτή ο μαθών αυτήν.
Τόν ταπεινόφρονα άνθρωπος ποτέ ου μισεί, ου πλήττει εν λόγω, ου καταφρονεί. Διότι γαρ αγαπά αυτόν ο εαυτού Δεσπότης, υπό πάντων αγαπάται. Αγαπά τους πάντες, και οι πάντες αγαπώσιν αυτόν. Πάντες επιθυμούσιν αυτόν, και είς πάντα τόπον, όπου πλησιάζει, ως Άγγελον φωτός ορώσιν αυ­τόν και την τιμήν αυτώ αφορίζουσι. Καν λαλήση ο σοφός και ο διδάσκαλος, κατασιγασθήσονται. Διότι τω ταπεινόφρονι διδούσι τόπον του λαλείν. Οι οφθαλμοί πάντων τω στόματι αυτού προσέχουσιν, οποίος λόγος εξέρχεται εξ αυτού, και πάς άνθρωπος τους λόγους αυτού προσδοκά, ώσπερ λόγους του Θεού. Η βραχυλογία αυτού, ως οι λόγοι των σοφιστών, οι εξετάζον­τες τα νοήματα αυτών. Οι λόγοι αυτού ηδείς τη ακοή των σο­φών πλέον κηρίου και μέλιτος τω φάρυγγι. Και πάσιν ως Θεός ψηφίζεται, καν και ιδιώτης τω εαυτού λόγω η, εξουδενωμένος τε και ευτελής τη εαυτού θεωρία.
Ο καταφρονητικώς λάλων κατά του ταπεινόφρονος, και ου ψηφίζων αυτόν ως ζώντα, ως ανοίξας εστί το στόμα ε­αυτού κατά του Θεού. Και όσον καταφρονείται εν οφθαλμοίς αυτού υπό πάσης της κτίσεως, η τιμή αυτού διαμένει. Προσεγγίζει ο ταπεινόφρων τοις φθορεύσι θηρίοις και όταν επιβλέ­ψη η όρασις αυτών επ' αυτώ, ημερούται η αγριότης αυτών και προσπελάζουσιν αύτώ ως δεσπότη εαυτών και σαίνουσι τάς κε­φάλας εαυτών και λείχουσι τάς χείρας αυτού και τους πόδας. Διότι εκείνην την οσμήν την εκπνεύσασαν εκ του Αδάμ προ της παραβάσεως, ότε συνήχθησαν προς αυτόν και επέθηκεν αυτοίς ονόματα εν τω παραδείσω, ωσφράνθησαν εξ αυτού, όπερ ελή­φθη εξ ημών, και πάλιν ανεκαίνισεν αυτό και έδωκεν ημίν αυτό εν τη εαυτού παρουσία ο Ιησούς. Αυτός εστί το μύρισαν την ευωδίαν του γένους των ανθρώπων.
Πάλιν προσεγγίζει τοις ερπετοίς τοις θανατηφόροις, και ευθύς ηνίκα πλησιάσει η αίσθησις της χειρός εαυτού και άψεται του σώματος αυτών, η οξύτης και η σκληρότης της πικρότητος αυτών της θανατηφόρου παύεται, και εν εαυτού χερσίν ως την ακρίδα ψώχει αυτά.
Προσεγγίζει τοις ανθρώποις, και ως τον Κύριον προσέχουσιν εις αυτόν. Και τι λέγω ανθρώπους; Αλλά και οι δαί­μονες μετά της σφοδρότητος αυτών και της πικρίας και πάσης μεγαλαυχίας του φρονήματος εαυτών, ηνίκα φθάσωσι προς αυτόν, γίνονται ως χους. Και μωραίνεται πάσα η κακία αυτών και καταλύονται αι μηχαναί αυτών και αργούσι τα πανουργεύματα αυτών.
Νύν ούν, επειδή εδείξαμεν το μέγεθος της τιμής αυτής της εκ του Θεού και την δύναμιν την κεκρυμμένην εν αυτή, λοιπόν δείξωμεν τί εστίν αύτη η ταπείνωσις και πότε αξιούται δέξασθαι ταύτην ο άνθρωπος τελείως καθώς εστί. Ποιήσωμεν δε διαφοράν μεταξύ του ταπεινόφρονος εν προσώπω του αξιωθέντος της αληθινής ταπεινοφροσύνης.
Ταπείνωσις εστί δύναμις τις μυστική, ην μετά την τελείωσιν της πολιτείας απάσης υποδέχονται οι τέλειοι άγιοι. Και ου δίδοται αύτη η δύναμις, ει μη τοις τελείοις μόνοις εν αρετή, δια της δυνάμεως της χάριτος, καθ' όσον ικανοί τη φύσει εν όρω. Διότι η αρετή συγκλείει εν εαυτή πάντα. Δια τούτο ου δύναται τις έκαστον άνθρωπον, ως έτυχε, λογίσασθαι ταπεινόφρονα, αλλά μόνους τους αξιωθέντας ταύτης της τάξεως, ης είπομεν.
Ουχί πάς ο κατά φύσιν επιεικής και ησύχιος ή συνετός ή πράος, ούτος έφθασε τον βαθμόν της ταπεινοφροσύνης, αλλά ταπεινόφρων εστί κατά αλήθειαν, όστις έχει εν τω κρύπτω τι άξιον υπερηφανίας, και ούχ υπερηφανεύεται, αλλ' ως χουν έχει αυτό εν τω εαυτού λογισμώ. Αλλ' ουδέ τον εν τη μνήμη των παραπτωμάτων και πλημμελημάτων ταπεινοφρονούντα και μνημονεύοντα αυτών, έως αν συντριβή η καρδία αυτού και συγκαταβή η διανοία αύτοο εκ των εννοιών της υπερη­φανίας εν τη μνήμη αυτών, καλούμεν ταπεινόφρονα, καν και η τούτο επαινετόν. Διότι ακμήν έχει τον λογισμόν της υπερηφανίας και την ταπείνωσιν ουκ εκτήσατο, αλλά ταίς μηχαναίς εγ­γίζει αυτήν προς εαυτόν. Και εί τούτο επαινετόν, καθώς είπον, αλλ' ιδού άκμήν ουκ εστίν αυτού, αλλά θέλει αυτήν, και αύτη ουκ εστίν αυτού.
Ταπεινόφρων δε τέλειος εστίν ό μη χρήζων μηχανάσθαι αιτίας τω εαυτού φρονήματι του ταπεινοφρονείν, αλλ' ο εν πάσι τούτοις τελείως και φυσικώς αυτήν κτησάμενος άνευ έργου. Ώσπερ ο χάρισμα τι μέγα και υπερέχον πάσαν κτίσιν και φύσιν δεξάμενος εν εαυτώ, αυτός δε ορά εαυτόν ως αμαρτωλόν και ευτελή και ευκαταφρόνητον τοις ιδίοις οφθαλμοίς, και ως ο εισελθών εις τα μυστήρια πασών των φύσεων των πνευματικών και τέλειος ων εν τη σοφία απάσης της κτίσεως εν πάση ακριβεία, αυτός δε εαυτόν λογίζεται γινώσκοντα μηδέ εν, και ούτος ουκ εν μηχαναίς, αλλά χωρίς βίας ούτως εστίν εν τη καρδία εαυτού.
Άρα δυνατόν γενέσθαι άνθρωπον ούτω και εν τη φύσει ούτως αλλάσσειν εαυτόν, ή ου;
Λοιπόν μη δίσταζε, ότι η δύναμις, ην εδέξατο, των μυστηρίων τελειοί ταύτα εν αυτώ, εν πάση αρετή έργων χωρούσα. Αύτη εστίν η δύναμις, ην εδέξαντο οί μακάριοι Απόστολοι εν τη ιδέα του πυρός. Δι' αυτήν παρήγγειλεν αυτοίς ο Σωτήρ, μη χωρίζεσθαι από Ιερουσαλήμ, έως αν την εξ ύψους δέξωνται δύναμιν. Ιερουσαλήμ αύτη εστίν η αρετή, δύναμις δε η ταπείνωσις η εξ ύψους δε δύναμις ο Παράκλητός εστίν, ο ερμηνευόμενος Πνεύμα παρακλήσεως. Και τούτο εστί το ρηθέν εν τη θεία Γραφή περί αυτού, ότι «τα μυστήρια τοις ταπεινόφροσιν αποκαλύπτονται».
Τούτου δε του Πνεύματος των αποκαλύψεων και δεικνύοντος τα μυστήρια αξιούνται οι ταπεινόφρονες δέξασθαι ένδον εαυτών. Και δια τούτο ερρέθη υπό τίνων αγίων, ότι η ταπείνωσις εν ταίς θείαις θεωρίαις τελειοί την ψυχήν. Λοιπόν μη τολμήση άνθρωπος εννοήσαι κατά την ψυχήν εαυτού, ότι έφθα­σε το μέτρον της ταπεινοφροσύνης εν εαυτώ, και δι' ένα λογισμόν κατανύξεως, τον αναβάντα εν αυτώ εν καιρώ τινι, ή εν ολίγοις δάκρυσι τοις εξελθούσιν εξ εαυτού, η δι' εν αγαθόν, όπερ έχει φυσικώς, η εκράτησεν εν βίω προς εαυτόν ότι εκείνο όπερ εστί πλήρωμα πάντων των μυστηρίων και φρούριον πα­σών των αρετών εστίν ότι εν έργοις μικροίς εκτήσατο ταύτα πάντα εν τόποις τούτου του χαρίσματος.
Αλλ' εάν νικήση πάντα τα πνεύματα τα εναντία, και ουκ εξείλησεν αυτώ εν των έργων εκ πάσης αρετής, όπερ κατά πρόσωπον ουκ ειργάσατο κσι ουκ εκτήσατο, και ενίκησε και υπέταξε τα οχυρώματα πάντα των υπεναντίων, και μετά ταύτα εν πνεύματι αισθηθή εν αυτώ, ότι εδέξατο αυτό το χάρι­σμα, ηνίκα το Πνεύμα μαρτυρεί τω πνεύματι αυτού κατά τον λόγον του Αποστόλου, τούτο η τελειότης της ταπεινοφροσύνης. Μακάριος ο κτησάμενος αυτήν, ότι εν πάση ώρα τον κόλπον ασπάζεται του Ιησού και περιλαμβάνει.
Εάν δε ερώτηση άνθρωπος, Τι ποιήσω; πώς κτήσομαι; ποιώ τρόπω άξιος γένωμαι δέξασθαι αυτήν; ιδού εγώ βιάζω εμαυτόν, και ηνίκα νομίσω, ότι εκτησάμην αυτήν, Θεωρώ, ότι ιδού έννοιαι εναντίαι αυτής περιστρέφονται εν τω μέσω της διανοίας μου. Και άρτι πίπτω εις απόγνωσιν ένθεν.
Τούτω τω ερωτώντι τούτο αποκριθήσεται αυτώ Αρκετόν τω μαθητή γενέσθαι κατά τον διδάσκαλον, και τω δούλω κατά τον εαυτού κύριον». Βλέπετε τον εντειλάμενον ταύτην και τον δωρούμενον το χάρισμα, εν ποίω τρόπω ταύτην εκτήσατο, και ομοιώθητι και ευρήσεις αυτήν. Αυτός γαρ είπεν, «έρχεται ο άρχων του κόσμου τούτου, και εν εμοί ευρήσει ουδέν». Βλέπεις πώς εν τελειότητι πασών των αρετών, κτήσασθαι δυνατόν την ταπείνωσιν; Τούτον τον εντειλάμενον ζηλώσωμεν. «Αι αλώπε­κες» φησί, «φωλεούς έχουσι, και τα πετεινά του ουρανού κατασκηνώσεις, ο δε Υιός του ανθρώπου ουκ έχει που την κεφαλήν κλίνη», ο έχων δόξαν εκ πάντων των τελειωθέντων και αγιασθέντων και πληρωθέντων εν πάσαις γενεαίς, μετά του Πα­τρός του αποστείλαντος αυτόν και του αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και είς τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΚΑ': ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΥΠΟ ΤΙΝΟΣ ΩΦΕΛΕΙΤΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΣ ΤΟ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΑΙ ΤΩ ΘΕΩ ΕΝ ΤΗ ΚΑΡΔΙΑ ΑΥΤΟΥ

ΚΑΙ ΤΙΣ Η ΑΛΗΘΗΣ ΑΙΤΙΑ Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΖΟΥΣΑ ΑΥΤΩ ΚΡΥΠΤΩΣ ΤΗΝ ΒΟΗΘΕΙΑΝ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΑΛΙΝ Η ΑΙΤΙΑ Η ΑΓΟΥΣΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΝ ΕΙΣ ΤΑΠΕΙΝΩΣΙΝ
Μακάριος άνθρωπος ο γινώσκων την εαυτού ασθένειαν. Διότι αύτη η γνώσις γίνεται αυτώ θεμέλιος και ρίζα καϊ αρχή πάσης αγαθωσύνης. Όταν γαρ μάθη τις και εν αληθεία αισθηθή της εαυτού ασθενείας, τηνικαύτα περισφίγγει την εαυτού ψυχήν από της χαυνότητος της αμαυρούσης την γνώσιν και θησαυρίζει εαυτώ παραφυλακήν. Ουδείς δε δύναται αισθηθήναι της εαυτού ασθενείας, εάν μη παραχωρηθή μικρόν του πειρασθήναι, ή εν τοις καταπονούσι το σώμα ή την ψυχήν. Τότε γαρ, συγκρίνας την εαυτού ασθένειαν τη βοηθεία του Θεού, τηνικαύτα γνώσεται ταύτης την μεγαλωσύνην, και πάλιν όταν κατίδη το πλήθος των μηχανημάτων αυτού και την παρα­φυλακήν και εγκράτειαν και σκέπην και περίφραξιν της ψυχής αυτού, δι' ων ελπίζει ευρείν αύτη πεποίθησιν, και ου κέκτηται, η και εάν η καρδία γαλήνην μη έχη από του φόβου και τρόμου, τηνικαύτα νοείτω και γινωσκέτω, ότι ούτος ο φόβος της καρδίας αυτού δηλοί και εμφαίνει, ότι ενδεής εστί πάντως ετέρου τινός βοηθούντος. Η γαρ καρδία μαρτυρεί έσωθεν τω φόβω τω βάλλοντι και παλαίοντι ένδοθεν αυτής, και εμφαίνει λείψιν τινός. Και δια τούτο ελέγχεται μη δυναμένη κατασκηνώσαι μετά πεποιθήσεως. Η γαρ του Θεού βοήθεια, φησίν, εστίν η σώζουσα.
Όταν δε τις γνω, ότι ενδεής εστί της θείας βοηθείας, πολλάς ποιείται τάς ευχάς καί, όσον ταύτας πληθύνει, ταπεινούται η καρδία. Ουδείς γαρ δεόμενος και αιτών δύναται μη ταπεινωθήναι. «Καρδίαν γαρ συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει». Έως αν ούν μη ταπεινωθή η καρδία, ου δύναται παύσασθαι του μετεωρισμού. Η γαρ ταπείνωσις συνάγει την καρδίαν. Όταν δε ταπεινωθή ο άνθρωπος,
παραυτίκα κυκλοί αυτόν το έλεος, και τότε αισθάνεται η καρδία της θείας βοηθείας, Διότι ευρίσκει δύναμιν τινά πεποιθήσεως κινουμένην εν αυτή. Όταν δε αίσθηται ο άνθρωπος της θείας βοηθείας, ότι πάρεστι βοηθούσα αυτώ, τότε η καρδία παραυτί­κα εμπιπλάται πίστεως και συνίησιν εντεύθεν, ότι η προσευχή καταφύγιον πέφυκε βοηθείας και πηγή σωτηρίας και θησαυρός πεποιθήσεως και λιμήν ρυόμενος από τρικυμίας και φως τοις εν σκότει και στήριγμα των ασθενών και σκέπη εν τω καιρώ των πειρασμών και βοήθεια εν τη ακμή της νόσου και ασπίς λυτρώσεως εν πολεμώ και βέλος ηκονημένον εξ εναντίας των εχθρών και απλώς ειπείν πάν το πλήθος των αγαθών τούτων δια της προσευχής ευρίσκεται έχον την είσοδον.
Και λοιπόν από του νυν εντρυφά εν τη της πίστεως προσευχή, η δε καρδία αυτού φαιδρύνεται τη πεποιθήσει, και ουδαμώς τη προτέρα πυρώσει και τη ψιλή λαλιά του στόματος εναπομένει, αλλ' όταν νόηση ταύτα, ούτω τότε κτήσεται την προσευχήν εν τη ψυχή, καθάπερ θησαυρόν. Και από της πολλής ευφροσύνης το σχήμα της προσευχής αυτού είς ευχαρι­στήριους φωνάς αμείβει. Και ούτος εστίν ο λόγος ο ρηθείς υπό του διορίσαντος εκάστω των πραγμάτων το ίδιον σχήμα ότι η προσευχή χαρά εστίν, ευχαριστίαν αναπέμπουσα. Ευχήν δε ταύτην ηνίξατο, την εν γνώσει του Θεού ανυομένην, τουτέστι την παρά του Θεού πεμπομένην. Διότι ουκ εν κόπω και μοχθώ τηνικαυτα προσεύχεται ο άνθρωπος, ως η λοιπή προσευχή η προσευχομένη προ του αισθάνεσθαι ταύτης της χάριτος, αλλά μετά χαράς της καρδίας και θαύματος βρύει τάς ευχαριστήριους κινήσεις διηνεκώς αλαλήτοις γονυκλισίαις, και από του πλή­θους της κινήσεως αυτού είς την γνώσιν και του θαυμάζειν και εκπλήττεσθαι την χάριν του Θεού, εξαίφνης υψοί την φωνήν αυτού, υμνολογών και δοξάζων αυτόν, και την ευχαριστίαν αναπέμπει και εκπληττόμενος λίαν την γλώσσαν κινεί.
Ει τις ενταύθα έφθασεν εν αληθεία και ου φαντασία και σημειώσεις πολλάς τέθεικε τω πράγματι εν εαυτώ και πολλάς έγνω διαφοράς δια την πολλήν δοκιμήν αυτού, ούτος οίδε τί λέγω, ότι ουκ εστίν εναντίον. Και από του νυν παυέσθω του ενθυμείσθαι τα μάταια και προσμενέτω τω Θεώ δια της δι­ηνεκούς προσευχής, δειλιών και φοβούμενος, μήποτε στερηθή του πλήθους της αρρωγής του Θεού.
Ταύτα πάντα τα αγαθά τίκτονται τω ανθρώπω από του επιγνώναι την οικείαν ασθένειαν. Εκ γαρ της πολλής εφέσεως αυτού προς την βοήθειαν τον Θεού προσεγγίζει τω Θεώ, διαμένων εν τη προσευχή. Και όσον προσεγγίζει τω Θεώ τη προθέσει αυτού, και ο Θεός προσεγγίζει αυτώ δια των χαρισμάτων αυτού, και ου μη άρη απ' αυτού την χάριν δια την πολλήν αυτού ταπείνωσιν διότι, ώσπερ η χήρα, προς τον κριτήν αδιαλείπτως κράζει εκδικηθήναι από του αντιδίκου.
Διά τούτο δε ο οικτίρμων Θεός παρακατέχει απ' αυτού τάς χάριτας, ίνα γένηται αυτώ τούτο αιτία του προσεγγίζειν αυτώ καί ένεκεν της χρείας αυτού παραμένη τω βρύοντι τάς ωφελείας. Και τινας μεν των αιτήσεων δίδωσιν αυτώ τάχιστα, εκείνας λέγω ων εκτός ου δύναται τις σωθήναι, τινας δε παρα­κατέχει απ’ αυτού. Και εν τισί μεν των πραγμάτων αποσοβεί και αποδιώκει το καυσώδες του εχθρού απ' αυτού, εν τισι δε παραχωρεί πειράζεσθαι, ίνα γένηται αυτώ εκείνο το πειρατήριον αίτια του προσεγγίσαι τω Θεώ, ως προείπον, και ίνα παιδευθή και πείραν σχή των πειρασμών. Και ούτος εστίν ο λόγος της Γραφής, ότι «Κύριος εγκατέλιπεν έθνη πολλά, του μη εξολοθρεύσαι αυτά, και ου παρέδωκεν αυτά εις τάς χείρας Ιησού του υιού Ναυή, ίνα παιδεύση εν αυτοίς τους υιούς Ισραήλ και ίνα διδαχθώσιν αι φυλαί των υιών Ισραήλ και μάθωσι τον πόλεμον».
Δίκαιος γαρ μη συνειδώς την εαυτού ασθένειαν επί ακμής ξυρού έχει τα πράγματα και ουδαμώς απέστη από πτώσεως ούτε από του φθοροποιού λέοντος, λέγω δη του δαί­μονος της υπερηφανίας. Και πάλιν ο μη γινώσκων την εαυτού ασθένειαν ελλείπει εκ της ταπεινώσεως, ο δε ταύτης ελλείπων ελλιπής εστί και από της τελειώσεως, και ο από ταύτης ελλι­πής, αεί περίφοβός εστί διότι η πόλις αυτού ου τεθεμελίωται επί στύλους σιδηρούς ούτε επί φλοιάς χαλκάς, λέγω δη της τα­πεινώσεως. Ταπείνωσιν δε ου δύναται τις κτήσασθαι, αλλ' η δια των τρόπων αυτής, δι' ων πέφυκε γίνεσθαι η καρδία συντε­τριμμένη και οι διαλογισμοί της οιήσεως εξουδενωμένοι.
Διά τούτο ούν πολλάκις ευρίσκει εν αυτώ ο εχθρός ίχνος αιτίας του εκκλίναι τον άνθρωπον άνευ γαρ ταπεινώσεως ου δύναται τελειωθήναι το έργον του ανθρώπου και ουδα­μώς επετέθη τω γραμματείω της ελευθερίας αυτού η σφραγίς του Πνεύματος, μάλλον δε έως του νυν δούλος υπάρχει και το έργον αυτού ουχ υπερήρθη του φόβου. Καθότι ου διορθουταί τις το έργον αυτού άνευ ταπεινώσεως, και ου παιδεύεται, ει μη δια πειρασμών, και άνευ παιδείας την ταπείνωσιν ου καταλαμβά­νει.
Διά τούτο αφίησιν ο Κύριος αιτίας ταπεινώσεως και συντριμμού καρδίας δι' εμπόνου προσευχής επί τους αγίους, ίνα προς αυτόν εγγίζωσι δια ταπεινώσεως οι αυτόν αγαπώντες.Και πολλάκις εκφοβεί αυτούς τοις πάθεσι της φύσεως και διολισθήμασιν αισχρών και μιαρών ενθυμήσεων πολλάκις δε και δι' ονειδισμών και δι' ύβρεων και ανθρωπίνων κολαφισμών ενίοτε δε νόσοις και αρρωστήμασι σωματικοίς και άλλοτε πτωχεία και ενδεία της αναγκαίας χρείας και ποτέ μεν πόνοις φόβου δεινού και εγκαταλείψει και πολεμώ φανερω του διαβόλου, δι' ων αυτούς εκφοβείν είωθε, ποτέ δε διαφόροις φοβεροίς πράγμασι. Και ταύτα πάντα γίνεται, ίνα σχώσιν αιτίας τον ταπεινωθήναι και ίνα μη συμβή αυτοίς ο της αμελείας νυσταγμός, ή χάριν των πραγμάτων, εν οίς ευρίσκεται αρρωστήσας ο αγω­νιστής, ή δια τον φόβον τον μέλλοντα. Ώστε εξ ανάγκης επωφελείς είσι τοις ανθρώποις οι πειρασμοί.
Σύ λέγω δε τούτο, ότι πρέπει τω ανθρώπω χαυνωθήναι εκουσίως υπό των αισχρών λογισμών, ίνα γένηται αυτώ πρόφασις ταπεινώσεως εν τη μνήμη αυτών, ούτε ίνα σπουδάση εισελθείν εις τους άλλους πειρασμούς, αλλ' ότι πρέπει αυτώ εν τω εργάζεσθαι το αγαθόν νήφειν εν παντί καιρώ και τηρείν την ψυχήν αυτού και διαλογίζεσθαι, ότι κτιστός εστί και δια τούτο ευμετάπτωτος. Έκαστος γαρ κτιστός ενδεής εστί της δυνάμε­ως του Θεού προς αντίληψιν, και πάς τις ενδεής της ετέρου αν­τιλήψεως, εκφαίνει φυσικήν ασθένειαν πάς δε τις, ειδώς το εαυτού ασθενές, εξ ανάγκης δέεται του ταπεινωθήναι, ίνα ανύση την χρείαν αυτού παρά του δυναμένου διδόναι. Και ει ην εξ αρχής ειδώς και θεασάμενος την εαυτού ασθένειαν, ουκ αν ημέλησε, και ει μη ότι ημέλησεν, ουκ αν ύπνωσε και παρεδόθη είς χείρας των θλιβόντων αυτόν του εξυπνίσαι αυτόν.
Λοιπόν πρέπει τω πορευομένω εν τη οδώ του Θεού ευχαριστήσαι αυτώ εν πάσι τοις επερχομένοις αυτώ και μέμψασθαι και καθυβρίσαι την εαυτού ψυχήν, και γνώναι, ότι ουκ αν παρεχωρήθη υπό του προνοητού, εί μη δια τίνα αμέλειαν, ίνα εξυπνισθή η διανοία αυτού, ή διότι τετύφωται, και μη θορυβηθή δια τούτο, μήτε επηδήση του σταδίου και του αγώνος μήτε άνευ μέμψεως εαυτόν ποίηση, ίνα μη διπλούν γένηται αυ­τού το κακόν. Διότι ουκ εστί παρά τω βρύοντι Θεώ την δικαιοσύνην αδικία. Μη γένοιτο.
Αυτώ η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΚΒ': ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΤΡΟΠΩΝ ΤΗΣ ΕΙΣ ΘΕΟΝ ΕΛΠΙΔΟΣ

ΚΑΙ ΤΙΝΑ ΔΕΙ ΕΛΠΙΖΕΙΝ ΕΠΙ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΣΤΙΝ Ο ΑΦΡΟΝΩΣ ΚΑΙ ΑΣΥΝΕΤΩΣ ΕΧΩΝ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ
Γίνεται ελπίς επί τω Θεώ δια της καρδιακής πίστεως, ήτις εστί καλή και μετά διακρίσεως και γνώσεως πέφυκε. Και γίνεται άλλη παρηλλαγμένη και εξ ανομίας υπάρχουσα, ήτις εστί ψευδής. Άνθρωπος ο μη παντελώς φροντίδα ποιούμενος των επικήρων πραγμάτων, αλλ' εαυτόν ολοτελώς αναθέμενος τω Κυρίω νυκτός και ημέρας, μηδενός φροντίζων κοσμικού δια την πολλήν εαυτού επιμέλειαν την εις τάς αρετάς και πάσαν την σχολήν αυτού εις τα θεία κεκτημένος και δια τούτο αμελών ευτρεπίσαι εαυτώ τροφάς τε και ενδύματα και ετοιμασίαν τόπου κατασκηνώσεως του σώματος και τα λοιπά πάντα, ούτος καλώς και επιστημόνως ελπίζει επί Κύριον. Ότι αυτός ετοιμάσει αυτώ τα προς την χρείαν, και αύτη εστίν αληθώς η αληθής και σοφωτάτη ελπίς.
Δίκαιον ούν εστί τον τοιούτον έλπίζειν έπι τον Θεόν, καθότι δούλος αυτού κεχρημάτικε και επιμελώς διάκειται εν τω έργω αυτού, χωρίς πάσης αμελείας της εκ τινός αιτίας συμβαινούσης. Επί τω τοιούτω άξιον εστίν ενδείκνυσθαι παρά του Θεού ειδικώς την επιμέλειαν, διότι εφύλαξε την εντολήν αυτού την λέγουσαν, «ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν», «και της σαρκός πρόνοιαν μη ποιείσθε». Όταν γαρ ούτω διατιθέμεθα, ο κόσμος ώσπερ τις δούλος ετοιμάσει ημίν πάντα και ως δεσπόταις υποταγήσεται αδιστάκτως τοις λόγοις ημών, και τω θελήματι ημών ου μη εναντιωθή. Ίνα γαρ μη αργήση ο τοιού­τος εκ της διηνεκούς στάσεως αυτού έμπροσθεν του Θεού, ου παραδίδωσιν εαυτόν φροντίζειν της αναγκαίας χρείας του σώματος. Και ουδενός ετέρου επιμελείται, αλλ' η μόνον αργός γενέσθαι από πάσης τοιαύτης φροντιδος μικράς και μεγάλης, της προς ηδονήν συντεινούσης και μετεωρισμόν, δια τον φόβον του Θεού. Τεύξεται δε όμως τούτων θαυμασίως, μήτε φροντίσας αυτών μήτε κοπιάσας είς αυτά.
Ο μέντοι άνθρωπος ο παντελώς έχων την καρδίαν συγκεχωρισμένην εν τοις γηίνοις και αεί μετά του όφεως εσθίων χουν και μηδαμώς επιμελούμενος των ευαρεστούντων τω Θεώ, αλλ' εν πάσι τοις σωματικοίς καταπεπονημένος και λελυμένος και αργός από πάσης αρετής, δια την διηνεκή συντυχίαν και τον μετεωρισμόν της στρηνιάσεως και προφάσεις τινάς προφασιζόμενος, ο τοιούτος όντως δια ταύτην την ραθυμίαν και αργίαν έκπτωτος εστί του αγαθού. Και ενίοτε, ότε στενωθή υπό τίνος ενδείας ή θλιβή υπό της επικαρπίας των ανομημάτων αυτού, ερεί δε πώς ούτος, ότι ελπιώ επί τον Θεόν και αμέριμνον με ποιήσει και άνεσιν μοι παρέξει; Άφρων, μέχρι της άρτι ώρας ουκ εμνήσθης του Θεού, αλλά καθύβριζες αυτόν τη καταλύσει των σων πράξεων και το όνομα αυτού δια σε εν τοις έθνεσιν εβλασφημείτο, καθώς γέγραπται, και νυν τολμάς λέγειν δι' όλου του στόματος, επ' αυτώ ελπιώ, και αυτός βοηθήσει μοι και μέριμναν μου ποιήσεται; Καθώς είρηκεν ο Θεός δια του Προφήτου, τους τοιούτους εντρέπων, ότι «καθ' ημέραν εκζητούσι με και βούλονται μαθείν τάς οδούς μου ως τινές πιούντες την δικαιοσύνην και τα δικαιώματα του Θεού αυτών μη καταλιπόντες, αιτουσί με κρίσιν και δικαιοσύνην». Εκ των τοιού­των εστίν ο άφρων, ο μηδέ τη διανοία αυτού προσεγγίζων τω Θεώ, όταν δε κυκλωθή υπό των θλίψεων αίρων τάς χείρας αυ­τού προς αυτόν μετά πεποιθήσεως. Ο τοιούτος δέεται καυστηριασθήναι πολλάκις, ίνα ένθεν κακείθεν παιδευθή. Ου γαρ κέκτηται έργον άξιον της είς Θεόν πεποιθήσεως, αλλά δια μεν τάς χαλεπας αυτού πράξεις και την αμέλειαν αυτού από των καθηκόντων άξιος γίνεται παιδείας, δια δε το έλεος αυτού ο Θεός μακροθυμών ανέχεται αυτού.
Μη ούν εξαπατάτω εαυτόν ο τοιούτος και επιλανθανέσθω της τάξεως της διαγωγής αυτού και λεγέτω ελπίζειν επί τον Θεόν, παιδευθήσεται γαρ, διότι ουδαμού το της πίστεως έρ­γον κέκτηται, μηδέ τανυέτω τους πόδας αυτού εν τη αργία και λεγέτω, ότι πιστεύω τω Θεώ επιχορηγήσαι μοι τα προς την χρείαν, ως εν τοις έργοις του Θεού πολιτευόμενος ή αφρόνως ριπτέτω εαυτόν εν φρέατι, μηδαμού σχών τον Θεόν κατ' ενθύμησιν, τα νυν δε μετά την έκπτωσιν ερεί, ελπιώ επί τον Θεόν, και αυτός με ρύσεται. Μη πλανώ, ώ άφρων. Προηγούμενος εστίν ο δια τον Θεόν κόπος και ο ιδρώς ο εν τη γεωργία αυτού της είς αυτόν ελπίδος. Ει πιστεύεις τω Θεώ, καλώς ποιείς, αλλ' η πίστις και έργων δέεται, και η είς Θεόν ελπίς εκ της είς τας αρετάς κακοπαθείας φαίνεται. Πιστεύεις, ότι ο Θεός προνο­είται των κτισμάτων αυτού και δυνατός εστίν είς πάντα; Αλλά τη πίστει σου επακολουθείτω και η πρέπουσα εργασία, και τότε σου επακούσεται. Μη θέλε κρατείν ανέμους είς την σήν δράκα, πίστιν φημί χωρίς έργων.
Πολλάκις τις αγνοών, διεισδύει οδόν έχουσαν θηρίον πονηρόν ή φονικούς τινας ή τι παραπλήσιον. Και αύτη εστί κοινή πρόνοια του Θεού, το ρύσασθαι εκ της τοιαύτης επηρείας ή το εμποδίσαι εκ του ορμήματος δια τινάς αιτίας, έως αν παρέλθη το πονηρόν θηρίον ή υπαντήσαι τινά και υποστρέψαι αυ­τόν εκ της οδού. Και πάλιν ενίοτε ευρίσκεται όφις πονηρός εν τη οδώ κατακείμενος και μη θεωρούμενος, και μη βουλόμενος ο Θεός παραδούναι τον άνθρωπον τούτω τω πειρασμώ εξαίφ­νης ποιεί τον όφιν συρήσαι και του τόπου απελθείν ή έρπειν έμπροσθεν αυτού, κακείνος ιδών παραφυλάτετται και ρύεται εξ αυτού, καίπερ μη ων άξιος δια τας αμαρτίας τας αφανείς, ας μόνος αυτός έπίσταται' εξαιρείται δε όμως αυτόν ο Θεός δια το έλεος αυτού. Και πάλιν συμβαίνει πολλάκις οίκον ή τοίχον ή λίθον πίπτειν και εκ του ιδίου τόπου ολισθαίνειν μετά ροίζου, και τινας ευρίσκεσθαι εκεί καθημένους, και φιλανθρώπως εντέλλε­ται Αγγέλω ο Θεός κατέχειν και κρατείν άπτωτον τον τόπον, έως αν αναστώσιν εκείθεν, ή και δια τινας αιτίας εξάγει αυ­τούς, ώστε μηδένα ευρεθήναι υποκάτω. Άμα δε το εξελθείν αυτούς, παραυτίκα εά πεσείν. Εάν δε και συμβή τινά κατενεχθήναι, ποιεί μηδαμού βλαβήναί εν τούτω γαρ βούλεται δείξαι το άπειρον μέγεθος της δυνάμεως αυτού.
Ταύτα μεν ούν και τα τοιαύτα της κοινής και καθολικής προνοίας τον Θεού, ο δε δίκαιος, ταύτην έχει αχώριστον. Τους μεν γαρ λοιπούς ανθρώπους διακριτικώς εκέλευσεν ο Θεός διοικείν τα κατ' αυτούς και συγκεράσαι τη του Θεού προνοία την γνώσιν, αλλ' ο δίκαιος δια ταύτης της γνώσεως διοικήσαι τα κατ' αυτόν ου δέεται. Διότι εκτήσατο αντί ταύτης της γνώσεως την πίστιν, δι' ης «καθελεί παν ύψωμα επαιρόμενον κατά της γνώσεως του Θεού». Και από τίνος των απηριθμημένων ου φοβηθήσεται, καθώς γέγραπται, άτι δίκαιος ως λέων πεποιθε, κατά παντός τολμών δια της πίστεως, ούχ ως πείραζων τον Κύριον, αλλ' ως καθορών αυτόν, ώσπερ τις καθωπλισμένος καί ενδεδυμένος την του αγίου Πνεύματος δύναμιν. Και καθ' όσον διηνεκή έχει την φροντίδα μετά του Θεού, κατά το­σούτον και ο Θεός ερεί περί αυτού, «μετ' αυτού ειμί εν θλίψει, εξελούμαι αυτόν και δοξάζω αυτόν», «μακρότητος ημερών εμπλήσω αυτόν», και δείξω αυτώ το σωτήριον μου.
Ο μέντοι χαύνος και ράθυμος εις το έργον αυτού ταύτην την ελπίδα έχειν ου δύναται, άλλ' ο διηνεκώς εμμένων τω Θεώ εν πασι και προσεγγίζων αυτώ δια της καλλονής των έργων αυτού και εκτείνων το βλέμμα της καρδίας αυτού προς την χάριν αυτού αδιαλείπτως, ως έφησεν ο θείος Δαβίδ, «εξέλιπον οι οφθαλμοί μου από του ελπίζειν με επί τον Θεόν μου».
Ότι αυτώ πρέπει δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας. Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΚΓ': ΠΕΡΙ ΑΓΑΠΗΣ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΤΑΓΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΝ Α ΥΤΩ ΑΝΑΠΑΥΣΕΩΣ

Ψυχή τον Θεόν αγαπώσα, εν τω Θεώ και μόνω την ανάπαυσιν κέκτηται. Προκατάλαβε λύειν πάντα σύνδεσμον εξωτικόν από σεαυτού, και τότε δυνήση συνδεθήναι τη καρδία τω Θεώ προηγείται γαρ του συνδεθήναι τω Θεώ, το λυθήναι της όλης. Η του άρτου βρώσις μετά το απαγαλακτισθήναι δίδοται τω βρέφει. Και άνθρωπος ο βουλόμενος εν τοις θείοις πλατυνθήναι, πρότερον θέλει εαυτόν εκ του κόσμου αποξενώσαι, ώσπερ νήπιον από των μητρικών αγκαλών και μαστών η σωματική γαρ εργασία προηγείται της ψυχικής, ώσπερ ο χους της εμπνευσθείσης τω Αδάμ ψυχής. Ο μη κτησάμενος την σωματικήν εργασίαν, ουδέ την ψυχικήν έχειν δύναται. Διότι αύτη εξ εκείνης γεννάται, ώσπερ ο στάχυς εκ του γυμνού κόκκου του σίτου, και ο μη έχων την ψυχικήν εργασίαν, εστέρηται των πνευματικών χαρισμάτων.
Ου συγκρίνονται οι πόνοι, οι υπέρ της αληθείας του παρόντος αιώνος, τη ητοιμασμένη τρυφή τοις κακοπαθούσιν εν τοις αγαθοίς. Ώσπερ έπεται τοις εν δάκρυσι σπείρουσι τα δράγματα της αγαλλιάσεως, ούτως ακολουθεί χαρά τη δια Θεόν κακοπαθεία, Ο άρτος ο εξ ιδρώτων ανυσθείς ηδύς φαίνε­ται τω γεωργώ, και αι δια δικαιοσύνην εργασίαι τη δεξαμένη καρδία την γνώσιν του Χριστού. Υπόμεινον την εξουδένωσιν και την ταπείνωσιν χρηστώ θελήματι, ίνα σχης παρρησίαν προς τον Θεόν. Πάντα λόγον σκληρόν υπομένων άνθρωπος εν γνώσει, άνευ προηγησαμένης ανομίας υπ' αυτού είς τον λαλήσαντα, στέφανον μεν ακάνθινον επιτίθησι τότε τη εαυτού κε­φαλή, μακάριος δε εστίν, ότι εν καιρώ, ω ουκ οίδεν, αφθάρτως στεφανούται.
Ο φεύγων την κενήν δόξαν εν γνώσει, ούτος ήσθετο εν τη ψυχή αυτού του μέλλοντος αιώνος. Ο λέγων ότι καταλέλοιπε τον κόσμον και μαχόμενος τοις ανθρώποις ένεκεν χρείας
τινός, ίνα μη λείψη αυτώ τι της αναπαύσεως αυτόν, ούτος τυφλός τελείως εστί. Διότι το μεν σώμα εκουσίως ολόκληρον κατέλιπε, περί ενός δε μέλους αυτού πολεμεί και μάχεται. Ο φεύγων του παρόντος βίου την ανάπαυσιν, τούτου ο νους κατεσκόπευσε τον μέλλοντα αιώνα, ο δε συνδεδεμένος τη φιλοκτημοσύνη, δούλος των παθών πέφυκε. Μη νομίσης, ότι του χρυσίου και του αργυρίου η κτήσις μόνη φιλοκτημοσύνη εστίν, αλλ' άπαν οτιούν, εν ω αυτό σου το θέλημα κρέμαται. Μη επαινέσης τον σωματικώς μεν κακοπαθούντα, λελυμένον δε τάς αισθή­σεις λέγω δη την ακοήν καϊ το κεχηνός στόμα και ακρατές και τους ρεμβώδεις οφθαλμούς. Όταν τη ψυχή σου όρους βάλλης του δι' ελέους οικονομηθήναι σαυτόν, έθιζε την ψυχήν σου μη ζητείν το δικαίωμα εν ετέροις πράγμασιν, ίνα μη ευρεθής τη μεν μιά χειρί εργαζόμενος, τη δε ετέρα σκορπίζων. Εκεί μεν γαρ χρεία κηδεμονίας, ενταύθα δε πλατυσμού καρδίας. Γίνωσκε δε, ότι το αφιέναι τοις οφειλέταις τα αμαρτήματα εκ των έργων της δικαιοσύνης εστί. Τότε όψει την γαλήνην μετά λαμπρότητος πανταχόθεν εν τω νω σου. Όταν υπεραναβής την οδόν της δικαιοσύνης, τότε προσκολληθήση τη ελευθερία εν παντί πράγματι.
Τις των αγίων ελάλησε περί τούτον, λέγων, ότι Ο ελεήμων, εάν μη γένηται δίκαιος, τυφλός εστί λέγω δη εξ ων αυτόν ήνυσεν ιδίοις πόνοις και μόχθοις δούναι ετέρω, και μη εκ των ανυσθέντων δια ψεύδους και αδικίας και μηχανημάτων. Και πάλιν ο αυτός εν ετέρω τόπω έφη
Ει βούλει σπείραι εν τοις πτωχοίς, εκ των οικείων σπείρον εί δε από των αλλότριων σπείραι βουληθής, γίνωσκε ότι πικρότερον εστί των ζιζανίων. Εγώ δε λέγω, ότι, εάν μη γένηται ο ελεήμων υπεράνωθεν της δικαιοσύνης αυτού, ουκ εστίν ελεήμων, τουτέστιν ου μόνον ο εκ των οικείων ελεών τους ανθρώπους, αλλά και μετά χαράς υπο­μένων την αδικίαν υπό των ετέρων και ελεών αυτούς. Όταν δε νικήση την δικαιοσύνην τη ελεημοσύνη, τότε στεφανούται, ου τοις στεφάνοις των δικαίων τοις εν τω νόμω, αλλά τοις των τελείων, τοις εν τω Ευαγγελίω. Το γαρ διδόναι τινά τοις πτωχοίς εκ των οικείων και γυμνόν ενδύειν και αγαπάν τον πλησίον ως εαυτόν και μη αδικείν μηδέ ψεύδεσθαι, ταύτα και ο παλαιός νό­μος προηγόρευσεν, η δε τελειότης της οικονομίας του Ευαγγελίου ούτω κελεύει «τω αίροντι τα σα, μη απαιτεί, και παντί τω αιτούντι σε δίδου».
Και ου μόνον την αδικίαν των πραγμάτων και τα λοιπά τα έξωθεν δει υπομένειν μετά χαράς, αλλά και αυτήν την ψυχήν τιθέναι υπέρ του αδελφού. Ούτος γαρ εστίν ο ελεήμων, και ούχ ο δια δόσεως μόνον ελεών τον αδελφόν αυτού, αλλ' όστις εάν ακούση ή θεάσηται τι λυπούν τον αδελφόν αυτού και εκκαή την καρδίαν, και ούτος αληθώς ελεήμων. Ωσαυτώς και όστις εάν ραπισθή υπό του αδελφού αυτού και μη αναιδευθή αντιφθέγξασθαι και λυπήσαι αυτού την καρδίαν.
Τίμησον την εργασίαν της αγρυπνίας, ίνα εύρης παράκλησιν εγγίζουσαν τη ψυχή σου. Επίμεινον αναγινώσκων εν ησυχία, ίνα οδηγηθή ο νους σου προς τα θαυμάσια του Θεού διαπαντός. Αγάπησον εν υπομονή την πτωχείαν, ίνα συναχθή ο νους σου εκ του μετεωρισμού. Μίσησον τον πλατυσμόν, ίνα διαφυλάξης τους διαλογισμούς σου αταράχους. Σύστειλον σεαυτόν από των πολλών και φρόντισον μόνης της ψυχής σου, ίνα σώσης αυτήν εκ του διασκορπισμού της ενδοτάτης γαλήνης αγάπησον την σωφροσύνην, ίνα μη καταισχυνθής εν τω καιρώ της προσευχής σου ενώπιον του Θεού. Κτήσαι καθαρότητα εν τοις έργοις σου, ίνα εξαστράψη σου η ψυχή εν τη προσευχή σου και εν τη μνήμη του θανάτου εξαφθή η χαρά εν τη διανοία σου. Παραφυλάττου εκ των μικρών, ίνα μη εμπέσης εις τα μεγάλα. Μη οκλάσης εν τη εργασία σου, ίνα μη καταισχυνθής, όταν στης εν μέσω των εταίρων σου. Και μη ευρέθης άνευ εφοδίων, ίνα μη σε μόνον εν μέσω της οδού καταλείψωσιν. Εν γνώσει διεξάγαγε τα έργα σου, ίνα μη καταλειφθής από όλου του δρόμου σου. Κτήσαι ελευθερίαν εν τη αναστροφή σου, ίνα της ζά­λης ελευθερωθής. Μη δευσμέσης την σήν ελευθερίαν εν ταίς αιτίαις της τροφής, ίνα μη δούλος των δούλων γένη. Αγάπησον τα πενιχρά ιμάτια εν ενδύμασι σου, ίνα εξουδενώσης τάς επιφυούσας σοι ενθυμήσεις, λέγω δη την της καρδίας υψηλοφροσύνην. Ο γαρ την στιλπνότητα αγαπών, ου δύναται κτήσασθαι ταπεινάς ενθυμήσεις. Διότι η καρδία έσωθεν ομοίως τοις εξωτέροις σχήμασιν ενδιατυπούται.
Τις αγαπών τάς φλυαρίας δύναται κτήσασθαι καθαράν διάνοιαν; Τίς, προσποιούμενος θηρεύσαι την παρά ανθρώπων δόξαν, δύναται κτήσασθαι χθαμαλούς λογισμούς; Ή τις ακόλαστος ων και διακεχυμένος τοις μέλεσι δύναται γενέσθαι καθαρός την διανοίαν και ταπεινός την καρδίαν; Όταν μεν γαρ ο νους υπό των αισθήσεων ανθέλκηται, τότε μετ' αυτών την των θηρίων τροφήν έδεται ηνίκα δε αι αισθήσεις υπό του νοός ελκυσθώσι, τηνικαύτα μετ' αυτού της των Αγγέλων τροφής μεταλαμβάνουσα
Τη μεν ταπεινοφροσύνη έπεται η εγκράτεια και η συστολή, η δε κενοδοξία υπηρέτης μεν εστί της πορνείας, έργον δε της υπερηφανίας. Η ταπεινοφροσύνη δια την διηνεκή αυτής συστολήν είς την θεωρίαν απαντά, κοσμεί δε και την ψυχήν εν τη σωφροσύνη, η δε κενοδοξία βία την διηνεκή ταραχήν και φύρσιν των ενθυμήσεων αυτής εκ της απαντήσεως των πραγμάτων συνάγει θησαυρούς εναγείς και μολύνει την καρδίαν και
αύτη πάλιν, τάς φύσεις των πραγμάτων ακολάστω θεωρία καθορά και τον νουν ενασχολεί εν αισχραίς φαντασίαις. Η μέντοι ταπεινοφροσύνη δια της θεωρίας πνευματικώς συστέλλεται και κινεί τον κτησάμενον αυτήν προς δοξολογίαν.
Μη συγκρίνης τους ποιούντας τα σημεία και τέρατα και δυνάμεις εν τω κοσμώ τοις ησυχάζουσιν εν γνώσει. Αγάπησον την αργίαν της ησυχίας υπέρ το εμπλήσαι πεινώντας εν κοσμώ και επιστρέψαι πολλά έθνη είς προσκύνησιν του Θεού κρείσσον γαρ σοι σεαυτόν λύσαι του συνδέσμου της αμαρτίας, ή ελευθερώσαι δούλους εκ δουλείας. Βέλτιον σοι ειρηνεύσαι μετά της ψυχής σου εν ομονοία της εν σοι τριάδος, λέγω δη σώματος και ψυχής και πνεύματος, ή ειρηνεύειν τη διδαχή σου τους διεστώτας. Γρηγόριος γαρ φησί
Καλόν εστί το δια Θεόν θεολογήσαι, κρείσσον δε τού­του το καθάραι εαυτόν τίνα τω Θεώ.
Κρείσσον σοι βραδύγλωσσον είναι γνωστικώ όντι και πεπει­ραμένω, υπέρ το βρύειν εν οξύτητι του νοός σου ποταμηδόν την διδασκαλίαν. Συμφέρει σοι μεριμνάν αναστήσαι το πεπτωκός της ψυχής σου από των παθών δια της εν τοις θείοις κινήσεως των ενθυμήσεων σου, ή το αναστήσαι τους τεθνεώτας.
Πολλοί δυνάμεις επετέλεσαν και .νεκρούς ανέστησαν και εμόχθησαν του επιστρέψαι πεπλανημένους και εποίησαν θαύματα μεγάλα, και δια των χειρών αυτών πολλοί ωδηγήθησαν προς επίγνωσιν του Θεού. Και μετά ταύτα αυτοί, οι άλλους ζωοποιήσαντες, πεπτώκασιν είς μιαρά πάθη και βδελυκτά, και εαυτούς εθανάτωσαν και σκάνδαλον τοις πολλοίς εγένοντο εν τη φανερωθείση υπ' αυτών πράξει. Διότι ακμήν εν αρρωστία ήσαν ψυχής και ουκ εφρόντισαν περί της υγείας των ψυχών αυ­τών, αλλά δεδώκασιν εαυτούς είς την θάλασσαν του κόσμου τούτου του ιάσασθαι τας ψυχάς των άλλων, έτι όντες αυτοί άρ­ρωστοι, και απώλεσαν τας ψυχάς αυτών εκ της ελπίδος του Θεού, καθ' όν τρόπον έφην. Η γαρ ασθένεια των αισθήσεων ουκ ηδύνατο συναντήσαι τη φλογί των πραγμάτων των εχόν­των συνήθειαν εξαγριούν το δυσχερές των παθών, ούτε μη αντισχείν. Έτι γαρ εδέοντο παραφυλακής, λέγω δη του μη ιδείν γυναίκας όλως και του αναπαύεσθαι και κτήσασθαι αργύριον και πράγματα και άρχειν ετέρων και επαρθήναι κατά τίνων.
Κάλλιον υποπτευθήναί σε άγροικον, δια το μικρόν της γνώσεως σου προς αντιλογίαν, και μη από των σοφών δια την αναίδειαν. Πτώχευσον δια την ταπείνωσιν και μη γίνου πλούσιος την αναίδειαν. Έλεγξον τη δυνάμει των αρετών σου τους αντιδογματίζοντας σοι, και μη τη πιθανολογία των λόγων σου, και τη πραύτητι και τη γαλήνη των σων χειλέων επιστόμησον και κατασίγησον των απειθών την αναίδειαν. Έλεγξον τους ακολάστους τη ευγενεία της αναστροφής σου και τους κατά τας αισθήσεις αναίσχυντους, τη εποχή των ομμάτων σου.
Ξένον σεαυτόν ίσθι πάσας τας ημέρας της ζωής σου, όπου αν εισέλθης, ίνα δυνηθής ρυσθήναι εκ της ζημίας της τικτομένης εκ της παρρησίας. Εν παντί καιρώ νόμιζε σεαυτόν μηδέν ειδέναι, ίνα φυγής την μέμψιν την επιγινομένην εξ υποψίας του βούλεσθαι συνιστάνειν θατέρου την γνώμην. Επίμεινον αεί ευλογών τω στόματι και ου μη λοιδορηθής. Η γαρ λοιδορία, λοιδορίαν γεννά, και η ευλογία, ευλογίαν. Εν παντί πράγματι νόμιζε σεαυτόν ενδεή είναι διδαχής και εν πάση τη ζωή σου σοφός ευρεθήση. Μη παραδως τινι όπερ ούπω κατέλαβες, ίνα μη καταισχυνθής καθ' εαυτόν και εκ της συγκρίσεως της σης διαγωγής αποκαλυφθή σου το ψευδός Εάν δε λαλήσης τινί τι των οφειλομένων, εν τάξει μανθάνοντος λάλησον και μη μετά αυθεντίας και αναιδείας. Και προκατάλαβε κατακρίνων σεαυτόν και δεικνύων ότι υποδεέστερος αυτού ει, ίνα δείξης τοις άκούουσι την τάξιν της ταπεινώσεως, και κίνησης αυτούς του ακούσαι των σων ρημάτων και δραμείν προς την εργασίαν, καΙ γίνη τίμιος εν οφθαλμοίς αυτών. Ει τι δύνασαι εν τοις τοιούτοις πράγμασι μετά δακρύων λάλησον, ίνα και σαυτόν ωφελήσης και τους ακούοντας σου, και η χάρις του Θεού η μετά σου.
Ει την χάριν του Θεού κατέλαβες και κατηξιώθης εντρυφήσαι εν τη θεωρία των κριμάτων του Θεού και των ορωμένων κτισμάτων, ήτις εστί πρώτη τάξις της γνώσεως, ετοίμασον σεαυτόν και καθοπλίσθητι προς το πνεύμα της βλασφημίας. Χωρίς δε όπλων μη στης εν τη χώρα ταύτη, ίνα μη ταχέως αποθάνης από των ενεδρευόντων και πλανώντων σε. Έστωσαν δε σοι όπλα τα δάκρυα και η ενδελεχής νηστεία. Και παραφυλάττου μη αναγνώναι τα δόγματα των αιρετικών. Τού­το γαρ εστί το καθοπλίζον ως επί το πλείστον κατά σου το πνεύμα της βλασφημίας. Όταν δε εμπλήσης σήν γαστέρα, μη αναιδευθής εξερευνήσαι τι των θείων πραγμάτων και νοημά­των, ίνα μη μεταμεληθής. Σύνες δε ο σοι λέγω. Εν γαστρί πεπληρωμένη γνώσις μυστηρίων Θεού ουκ εστίν.
Ανάγνωθι συνεχώς και ακορέστως εν ταίς βίβλοις των διδασκάλων περί προνοίας Θεού. Διότι αύται καθοδηγούσι τον νουν εις το ιδείν την τάξιν των κτισμάτων του Θεού και των έργων αυτού, και ενδυμανούσιν αυτόν εξ αυτών και κατασκευάζουσιν αυτόν κεκτήσθαι νοήματα φωτολαμπή εκ της λεπτότητος αυτών και οδεύσαι ποιούσι μετά καθαρότητος προς κατανόησιν των κτισμάτων του Θεού. Ανάγνωθι και εν τοις Ευαγγελίοις τοις διατεθειμένοις υπό του Θεού προς επίγνωσιν πάσης της οικουμένης, ίνα εφοδιασθής εκ της δυνάμεως της προνοίας αυτού της κατά πάσαν γενεάν και βυθισθή ο νους σου εις τα θαυμάσια του Θεού. Η τοιαύτη δε ανάγνωσις συμβάλλε­ται τω σκόπω σου. Έστω σου η ανάγνωσις εν ηρεμία από πάντων και γενού ελεύθερος από της πολλής μερίμνης του σώματος και της ταραχής των πραγμάτων, ίνα γεύσεως ηδίστης εν τη ψυχή σου γεύση δια γλυκείας κατανοήσεως, της υπεράνωθεν ούσης πάσης αισθήσεως, και αισθηθή αυτών η ψυχή εν τη διαμονή αυτής εις αυτά. Μη έστωσαν οι λόγοι προς σε των δοκίμων, ως οι των επιπλ΄στων και απεμπολούντων τα θεία λόγια, ίνα μη μείνης εν τω σκότει μέχρι τέλους της ζωής σου και στερηθής του κέρδους αυτών και θορυβηθής εν τω καιρώ του πολεμίου ως πεφυρμένος και εις βόθρον εμπέσης τρόπω δήθεν χρηστότητος.
Τούτο το σημείον έστω σοι εν οις πράγμασι βούλει υπεισδύναι του μη εισελθείν ένδοθεν του τόπου εκείνου όταν άρξηται η χάρις ανοίξαι τους οφθαλμούς σου προς το αισθάνεσθαι της θεωρίας των πραγμάτων εν αληθεία, τότε πάραυτα άρξονται οι οφθαλμοί σου οχετηδόν δάκρυα εκχέειν, ώστε πολ­λάκις εκπλύνεσθαι και τάς παρειάς τω πλήθει αυτών, και τότε ο πόλεμος των αισθήσεων γαληνιά και ένδοθεν σου συστέλλε­ται. Εάν τις σε διδάξη τα εναντία τούτων, μη πιστεύσης αυτώ. Χωρίς γαρ των δακρύων μη ζητήσης έτερον σημείον φανερώτερον παρά του σώματος. Ηνίκα δ' αν ανυψωθή ο νους από των κτισμάτων, τότε και από των δακρύων εξέρχεται το σώμα και από πάσης κινήσεως και αισθήσεως.
Όταν ευρης μέλι, «συμμέτρως φάγε εξ αυτού, ίνα μη εμπλησθείς εμέσης αυτό». Η φύσις της ψυχής πράγμα ελαφρόν και κούφον πέφυκεν. Ενίοτε γαρ αλλομένη επιθυμεί υπεραναβήναι και μαθείν τα υπέρ την ιδίαν φύσιν. Πολλάκις γαρ από της αναγνώσεως των Γραφών και της θεωρίας των πρα­γμάτων καταλαμβάνει τι. Όταν δε συγχωρηθή και συγκριθή τοις καταληφθείσιν υπ' αυτής, υποδεεστέρα και ήττων ευρίσκε­ται κατά το μέτρον της οικονομίας αυτής, ότι προς ποια η γνώσις αυτής εισήλθεν, ώστε αμφιέννυσθαι εν ταίς ενθυμήσεσιν αυτής φόβον και τρόμον, και πάλιν σπεύδειν αυτήν υποστρέψαι εις το χθαμαλόν αυτής από της δειλίας, ως αναιδευθείσαν και των υπέρ αυτήν νοερών πραγμάτων κατατολμήσασαν. Δια γαρ το επίφοβον των πραγμάτων δειλία τις αύτη εγγίνεται, και η διάκρισις νεύει τω νοί της ψυχής του σιγήν ασκήσαι και μη αναιδευθήναι, ίνα μη απόλλυται, και μη ζητήσαι τα υπεραναβεβηκότα αυτής και μη εξερευνήσαι τα όντα αυτής υψηλότε­ρα.
Όταν ούν εξουσία σοι δοθή κατανοήσαι, κατανόησον και μη αναιδευθής κατά των μυστηρίων, αλλά προσκύνησον και δοξολόγησον και μετά σιγής ευχαρίστησον. «Ως γαρ ουκ εστί καλόν μέλι πολύ φαγείν» ούτως ουδέ εξερευνήσαι περί των θείων λογίων, ίνα μη, θέλοντες καθοράν τα μακρύτερα πράγμα­τα, έτι μη καταλαβόντες αυτά εκ της τραχύτητας της οδού, εξα­σθενήση η οπτική δύναμις και βλάβη ενίοτε γαρ αντί της αλη­θείας φαντάσματα τινά καθοράται, και όταν αηδιάση ο νους εκ της αναζητήσεως, επιλανθάνεται του σκοπού αυτού. Καλώς ούν έφησεν ο σοφός Σολομών ότι, «καθάπερ πόλις ατείχιστος, ούτως άνθρωπος ανυπαμύνητος». Καθάρισαν ούν, ώ άνθρωπε, την σεαυτού ψυχήν και αποσόβησον από σου την μέριμναν των πραγμάτων των όντων έξωθεν της φύσεως σου και κρέμασον κατά των σων νοημάτων και κινημάτων καταπέτασμα σωφροσύνης και ταπεινώσεως, και δια τούτων ευρήσεις το ον έσωθεν της φύσεως σου. Τοις γαρ ταπεινόφροσιν αποκαλύπτεται τα μυ­στήρια.
Ει βούλει δούναι την σήν ψυχήν εις το έργον της προσευχής, της καθαριζούσης τον νουν, και τη διαμονή είς την εγρήγορσιν της νυκτός, όπως κτήση διάνοιαν φωτεινήν, μάκρυ­νον σεαυτόν από της θέας του κόσμου και έκκοψον τάς συντυχίας, και μη θέλε υποδέχεσθαι εν συνηθεία φίλους είς το κελλίον σου, μηδέ εν προσχήματι χρηστότητας, αλλά μόνους τους σοι ομοτρόπους και ομογνώμονας και συμμύστας. Και φοβού την φύρσιν της ψυχικής ομιλίας, ήτις είωθεν ακουσίως κινείσθαι. Και μετά το κοπήναι και λυθήναι και παντελώς παυθήναι την εξωτικήν ομιλίαν, σύζευξον τη προσευχή σου την ελεημοσύνην, και όψεταί σου η ψυχή το φως της αληθείας. Όσον γαρ γαληνιά η καρδία από των εξωτικών πραγμάτων, τοσούτον δύ­ναται ο νους δέξασθαι την εκ της κατανοήσεως των νοημάτων και των θείων πραγμάτων κατάληψιν και κατάπληξιν. Έθος γαρ τη ψυχή ταχέως μεταλλάξαι συντυχίας εις συντυχίαν, εάν αγωνισώμεθα επιδείξασθαι μικράν επιμέλειαν. Σχόλασον τη αναγνώσει των Γραφών, τη εμφανιζούση σοι την οδόν της λεπτότητος της θεωρίας, και τοις βίοις των αγίων, καν μη απ' αρχής επαισθάνη της γλυκύτητος δια την επισκοτίζουσαν εγγύτητα των πραγμάτων, ίνα μεταλλάξης συντυχίαν εις συντυχίαν.
Και όταν αναστής εις προσευχήν και είς τον κανόνα σου, αντί της κοσμικής μελέτης, ην είδες και ήκουσας, ευρεθήση είς την μελέτην των θείων Γραφών, ων ανέγνως, και δια ταύτης επιλανθάνη της μνήμης εκείνων, και ούτως έρχεται ο νους είς την καθαρότητα. Και τούτο εστί το γεγραμμένον, ότι η ψυχή βοηθείται από της αναγνώσεως, όταν στη είς προσευχήν, και πάλιν εκ της προσευχής φωτίζεται είς την ανάγνωσιν. Και
αυτή πάλιν αντί της εξωτερικής φύρσεως ευρίσκεται ύλη των τρόπων της προσευχής, ώστε αύθις εκ της αναγνώσεως φωτίζεσθαι την ψυχήν είς το αόκνως και αφύρτως προσεύχεσθαι πάντοτε.
Αισχρόν εστί τους φιλοσάρκους και γαστριμάργους περί των πνευματικών πραγμάτων ερευνήσαι, ώσπερ και πόρνην περί σωφροσύνης λαλήσαι. Σώμα μεγάλως ασθενούν, τα λιπώδη των βρωμάτων αποστρέφεται και μισάττεται, και νους κοσμικοίς πράγμασιν ενασχολούμενος, ου δύναται προσεγγίσαι τη εξερευνήσει των θείων. Πυρ εν υγροίς ξύλοις ούχ άπτει και η θεία θερμασία εν καρδία αγαπώση την ανάπαυσιν ουκ εξάπτεται. Η πόρνη ουκ εμμένει τη φιλία προς ένα, και η ψυχή η συνδεδεμένη πράγμασι πολλοίς ου διαμένει εν τοις θείοις διδάγμασιν. Ώσπερ ο μη ιδών τοις οφθαλμοίς αυτού τον ήλιον ου δύναται διηγήσασθαι τινί το φως αυτού εκ μόνης ακοής ούτε μην αισθάνεται του φωτός αυτού, ούτω και ο μη γευσάμενος τη ψυχή αυτού της γλυκύτητος των πνευματικών έργων.
Εάν έχης τι περισσότερον της ημερινής χρείας, διάδος αυτό πτωχοίς, και δεύρο μετά παρρησίας πρόσφερε τάς προσευχάς σου τουτέστι λάλησον μετά του Θεού, ως υιός μετά πατρός. Ουδέν ούτω προσεγγίσαι τω Θεώ την καρδίαν δύναται, ώσπερ η ελεημοσύνη, και ουδέν ούτω γαλήνην εμποιεί τω νω, ως η εκούσιος πτώχεια. Κρείσσόν σοι εστί καλείσθαι παρά των πολλών ιδιώτην δια την απλότητα, και μη σοφόν και τέλειον τον νουν δια την δόξαν. Εάν τις ίππω επιβεβηκώς εκτείνη την χείρα προς σε του λαβείν ελεημοσύνην, μη αποστρέψης αυτόν, διότι πάντως εν τω καιρώ εκείνω επιδεής ην, ως εις των πτωχών. Όταν δε δως, μετά μεγαλοψυχίας δίδου και ιλαρότητος προσώπου, και πλείον ου εζήτησε πάρεχε αυτώ. «Απόστειλον», γαρ φησί, «τον ψωμόν σου κατά πρόσω­πον του πένητος, και μετ'ού πολύν καιρόν ευρήσεις την αντίδοσιν».
Μη διαχωρίσης πλούσιον από πένητος, και μη θέλε μαθείν τον άξιον εκ του αναξίου, αλλ' έστωσαν προς σε πάντες άνθρωποι εις το αγαθόν ίσοι. Τούτω γαρ τω τρόπω και τους αναξίους δυνήση ελκύσαι εις το αγαθόν διότι ταχέως έλκεται η ψυχή από των σωματικών είς τον φόβον του Θεού. Ο δε Κύ­ριος τελώναις και πόρναις εκοινώνει εν τραπέζαις και ουκ εχώριζε τους αναξίους, ίνα τω τρόπω τούτω ελκύση πάντας είς τον φόβον αυτού και δια των σωματικών προσεγγίσωσι τοις πνευματικοίς. Τούτου χάριν τω αγαθώ και τη τιμή πάντας ανθρώπους ίσωσον, καν Ιουδαίος γένηται ή άπιστος ή φονευτής και μάλιστα ότι αδελφός σου εστί και εκ της φύσεως σου και άνευ γνώσεως επλανήθη από της αληθείας.
Όταν δε ποιήσης τινί αγαθόν, μη εκδέχου παρ' αυτού την αμοιβήν και υπέρ αμφοτέρων των πραγμάτων αμειφθήση παρά του Θεού. Εάν δε η σοι δυνατόν, μηδέ δια την μέλλουσαν αμοιβήν το αγαθόν ποίει. Εάν βάλης τη ψυχή σου τον όρον της πτώχειας και δια της χάριτος του Θεού ελευθερωθής από των μερίμνων και υπεράνω του κόσμου γένη εν τη ση πτωχεία, βλέπε μη δια φιλοπτωχείαν αγαπήσης την κτήσιν, ίνα δήθεν ποίησης ελεημοσύνην, και βάλης την ψυχήν σου είς τάραχον του λαβείν από τίνος και δούναι ετέρω, και αφανίσης την τιμήν σου τη υποταγή της αιτήσεως της παρά ανθρώπων και εκπέσης από της ελευθερίας και ευγενείας της διανοίας σου εν τη μερίμνη των βιωτικών. Διότι η βαθμίς σου υψηλοτέρα εστί της βαθμίδος των ελεημόνων. Μη, δέομαι σου, μη υπο­ταγής. Η ελεημοσύνη ομοία εστί τη παιδοτροφία, η δε ησυχία ακρότης εστί της τελειώσεως. Ει έχεις κτήσεις, εφάπαξ ταύτας διασκόρπισον, εί δε ουκ έχεις, μη θέλε έχειν. Καθάρισον σου το κελλίον από της τροφής και των περισσευμάτων, διότι τούτο σε υπάγει προς την εγκράτειαν άκοντα και μη βουλόμενον. Η γαρ σπάνις των πραγμάτων διδάσκει τον άνθρωπον την εγκράτειαν επεί, όταν άδειαν λάβωμεν των πραγμάτων, ου δυνάμεθα κατέχειν εαυτούς.
Οί τον έξωτικόν πόλεμον νικήσαντες, εθάρρησαν από του ενδοτάτου φόβου και ουδέν άναγκαστικώς κατεπείγει αυ­τούς, και ου σαίνονται εν τω πολεμώ, ούτε απ' έμπροσθεν ούτε εξόπισθεν. Πόλεμον δε λέγω τον εξεγειρόμενον κατά της ψυχής υπό των αισθήσεων και της αμελείας, οίον, του δούναι και λα­βείν της ακοής και της γλώσσης, άτινα επαγόμενα τη ψυχή τύφωσιν εμποιεί αυτή, και εκ της επαγωγής της ταραχής της έξωθεν ου δύναται προσέχειν εαυτή εν τω λεληθότι πολεμώ τω κινουμένω κατ' αυτής και δια της γαλήνης νικήσαι τους ένδοθεν κινούμενους. Όταν γαρ τις κλείση της πόλεως τάς θύρας, τουτέστι τάς αισθήσεις, τότε έσωθεν πολεμεί και τους έξωθεν της πόλεως ενεδρεύοντας ου πτοείται.
Μακάριος ο γινώσκων ταύτα και μένων εν τη ησυχία και μή θορυβούμενος εν τω πλήθει των έργων αυτού, αλλά πάσας τάς σωματικάς πράξεις μεταστρέψας εις τον κόπον της προσευχής και πιστεύσας ότι, όσον μετά του Θεού εργάζεται και έχει την μέριμναν εις αυτόν νυκτός και ημέρας, ου μη λείψη αυτώ τι των προς την αναγκαίαν χρείαν καθότι δι' αυτόν απέχεται του περισπασμού και του έργου. Εάν δε τις μη υπομείνη εν τη ησυχία άνευ του εργόχειρου, εργαζέσθω, χρώμενος μεν αυτώ ως βοηθώ, μη πλεονεκτών δε δια το κέρδος. Και τούτο μεν τοις ασθενέσι τέθειται, τοις δε τελειοτέροις ταραχώδες πέφυκε. Τοις γαρ πτωχοίς και ραθύμοις οι Πατέρες το εργάζεσθαι εξέθεντο, και ούχ ως πράγμα επάναγκες.
Εν τω καιρώ, εν ω ο Θεός κατανύσσει την καρδίαν σου έσωθεν, δίδου σεαυτόν αδιαλείπτως μετανοίαις και γονυκλισίαις, και μη εάσης την καρδίαν σου μεριμνήσαι τίνος, εν τω άρξασθαι τους δαίμονας πείθειν σε εν άλλοις ασχολείσθαι, και τότε ίδε και θαύμασον, τί σοι μέλλει εκ τούτου τίκτεσθαι. Ου­δέν έτερον των πραγμάτων μείζον εν τοις ασκητικοίς αγώσι και επιπονώτερον, ως τοις δαίμοσιν επίφθονον, του ρίψαι τινά εαυτόν έμπροσθεν του σταυρού του Χριστού και δέεσθαι νυκτός και ημέρας και γενέσθαι δεδεμένον είς τουπίσω τάς χείρας. Βούλει μη ψυχρανθήναι σου την θέρμην και μη πτωχεύσαι από των δακρύων; Εν τούτοις διοίκησον σεαυτόν και μακάριος ει, ω άνθρωπε, εάν φροντίσης των λεγομένων σοι νυκτός και ημέρας και μηδέν έτερον αυτών ζήτησης. Τότε γαρ ανατελεί σοι το φως ένδοθεν και η δικαιοσύνη σου ταχέως επιλάμψει και γενήση ως παράδεισος ηνθισμένος και ως πηγή ύδατος άνελλιπους.
Βλέπε οποία αγαθά τίκτεται τω ανθρώπω εκ του αγώνος. Πολλάκς ευρίσκεται ο άνθρωπος κεκυφώς έπι γόνασιν έν προσευχαίς και τάς χείρας τεταμένας έχων είς ουρανούς και ατενίζων τω προσώπω είς τον σταυρόν του Χριστού και συνάγων πάσας τάς ενθυμήσεις αυτού προς τον Θεόν τη προσευχή, και εν όσω άνθρωπος δέεται του Θεού μετά δακρύων και κα­τανύξεως, εν αυτή τη ώρα ευθέως εξαίφνης κινείται εν τη καρδία αυτού πηγή βρύουσα ηδονήν και διαλύονται τα μέλη αυτού και συγκαλύπτονται αυτού οί οφθαλμοί και νεύει μεν το πρόσωπον αυτού είς την γήν, αί δε ενθυμήσεις αυτού εναλλάσσονται, ώστε μη δύνασθαι ποιήσαι μετανοίας εξ εναντίας της χα­ράς, της κινούμενης εν όλω τω σώματι αυτού. Πρόσεχε ούν, άνθρωπε, οίς αναγινώσκεις. Εάν γαρ μη αγωνίση, ου μη εύρης, και εάν μη κρούσης μετά θερμότητας και επαγρυπνήσης τη θύρα διηνεκώς, ου μη εισακουσθής.
Τίς ακούων ταύτα επιθυμήσει της εξωτικής δικαιοσύνης, ή ο μη δυνάμενος υπομείναι εν τη ησυχία; Άλλ' όμως, εάν τις μη δυνηθή ταύτην εξασκήσαι (διότι χάρις του Θεού εστί το είναι τον άνθρωπον έσωθεν της θύρας), μη εγκαταλειφθή της ετέρας οδού, ίνα μη άμοιρος γένηται των δύο οδών της ζωής.
Έως αν αποθάνη ο έξω άνθρωπος από πάντων των πραγμάτων του κόσμου, ου μόνον από της αμαρτίας, αλλά και από πάσης σωματικής εργασίας, ομοίως και ό έσω άνθρω­πος από των πονηρών διανοιών και εξασθένηση ή φυσική κίνησις του σώματος, του μη κινήσαι εν τη καρδία την γλυκύτητα της αμαρτίας, η γλυκύτης του Πνεύματος του Θεού ου μη κινηθή εν τω ανθρώπω και τα μέλη αυτού ου μη αγνισθή εν τη ζωή αυ­τού και τα θεία νοήματα εν τη ψυχή αυτού ου μη εισέλθη, ούδ' ου μη αισθηνθή, ούδ' ου μη θεαθή. Και έως αν κατάργηση από της καρδίας αυτού την μέριμναν των βιωτικών, χωρίς της αναγκαίας χρείας της φύσεως, και εάση τον Θεόν φροντίσαι τούτων, η πνευματική μέθη εν αύτω ου μη κινηθή και της παραπληξίας εκείνης, υφ' ης ο Απόστολος παρεκαλείτο, ου μη αισθηθή.
Ταύτα δε είπον, ουκ εκκόπτων την ελπίδα ως ότι, εάν μη τις φθάση την ακρότητα της τελειότητος, ου μη καταξιωθή της χάριτος του Θεού, ουδέ μη υπαντήση αυτώ παράκλησις. Εν αληθεία γαρ όταν εκφαυλίση τις τα άτοπα και μακρυνθή απ' αυτών τελείως και προσδράμη τοις αγαθοίς, εν ολίγω καιρώ αισθάνεται της βοηθείας. Εάν δε και επαγωνίσηται μικρόν, ευρήσει παράκλησιν τη ψυχή αυτού και τεύζεται της των πταισμάτων αφέσεως και καταξιωθήσεται της χάριτος και δέξεται πλήθος αγαθών. Όμως ήττων εστίν ούτος εν συγκρίσει προς την τελειότητα του αφορίσαντος εαυτόν εκ του κόσμου και ευρηκότος εν τη ψυχή αυτού το μυστήριον της εκείθεν μακαριότητος και καταλαβόντος εκείνο το πράγμα, δι' ο επεδήμησεν ο Χριστός.
Αυτώ η δόξα συν τω Πατρί και τω αγίω Πνεύματι νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΚΔ΄: ΠΕΡΙ ΣΗΜΕΙΩΝ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΗΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Η αγάπη του Θεού θερμή εστί τη φύσει, και όταν αμέτρως επιπέση τινί, ποιεί εκείνην την ψυχήν εκστατικήν. Δια τούτο ου δύναται η καρδία του αισθηθέντος αυτής χωρήσαι αυτήν και καρτερήσαι, αλλά κατά το μέτρον της ποσότητος της επελθούσης αυτώ αγάπης οράται εν αυτώ αλλοίωσις ασυνήθης.
Και ταύτα τα σημεία αυτής τα αίσθητά γίνεται το πρόσωπον του ανθρώπου πυρρόν, περιχαρές, και το σώμα αυ­τού θερμαίνεται. Αφίσταται απ' αυτού ο φόβος και η αιδώς, καιγίνεται ως εκστατικός. Και η δύναμις η συνάγουσα τον νουν φεύγει εξ αυτού, και ως έκφρων γίνεται. Τον φοβερον θάνατον ηγείται χαράν, και ουδέποτε η θεωρία του νοός αυτού διακοπήν τίνα παρέχει εκ της των ουρανίων διανοήσεως και απών, ως παρών ομιλεί, μη ορώμενος υπό τίνος. Η γνώσις και η όρασις αυτού παρέρχεται η φυσική και ουκ αισθάνεται αισθητώς της κινήσεως αυτού, ης εν τοις πράγμασι κινείται. Καν γαρ πράττη τι, ου τελείως αυτού αισθάνεται, ως τον νουν έχων εν τη θεωρία μετέωρον, και η διανοία αυτόν αεί ως μετά άλλου αδολεσχεί.
Ταύτην την πνευματικήν μέθην εμεθύσθησαν ποτέ οι Απόστολοι και οι Μάρτυρες. Και οι μεν όλον τον κόσμον διήλθον κοπιώντες και ονειδιζόμενοι, οι δε, τα μέλη κατακοπτόμενοι, εξέχεαν τα αίματα αυτών ώσει ύδωρ, και τα δεινότατα πάσχοντες ουκ ωλιγώρησαν, αλλά γενναίως υπήνεγκαν, και όντες σοφοί, ως άφρονες ενομίσθησαν. Και άλλοι εν ερημίαις επλανήθησαν και όρεσι και εν σπηλαίοις και ταίς οπαίς της γης, εν αταξίαις, εύτακτοι όντες.
Ταύτην την άνοιαν αξιώσαι ημάς ο Θεός φθάσαι.
ΛΟΓΟΣ ΔΙΣ ΚΔ'
ΠΕΡΙ ΤΑΠΕΙΝΩΣΕΩΣ
Πρό του εισελθείν είς την πόλιν της ταπεινώσεως, εάν ίδης σαυτόν, ότι ανεπαύθης εκ της οχλήσεως των παθών, μη πιστεύσης σεαυτώ ενέδραν γαρ τίνα ενεδρεύει σοι ο εχθρός. Αλλ' εκδέχον μετά την ανάπαυσιν πολλήν όχλησιν και ταραχήν. Ει μη γαρ διέλθης τα καταλύματα των αρετών, ουκ άπαντες ανάπαυσιν εκ του μόχθου σου, ουδέ εκ των επιβουλών άνεσιν έξεις, έως αν φθάσης το κατάλυμα της αγίας ταπεινώσε­ως.
Ο Θεός, τη ση χάριτι αξίωσον ημάς αυτό φθάσαι. Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΚΕ': ΠΕΡΙ ΥΠΟΜΟΝΗΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

ΚΑΙ ΠΩΣ Η ΑΝΤΙΛΗΨΙΣ ΕΥΡΙΣΚΕΤΑΙ ΕΝ ΑΥΤΗ
Όσον καταφρονήσει ο άνθρωπος τούτου τον κόσμου και σπουδάσει εις τον φόβον του Θεού, τοσούτον προσεγγίζει αυτώ θεία πρόνοια και της αντιλήψεως αυτής κρυπτώς αισθάνεται και δίδονται αυτώ λογισμοί καθαροί εις το συνιέναι αυτήν. Και εάν τις εκουσίως στερηθή των κοσμικών αγαθών, καθ' όσον στερείται εξ αυτών, κατά τοσούτον το έλεος του Θεού ακολουθεί και βαστάζει αυτόν η φιλανθρωπία του Θεού. Δόξα τω εν τοις δεξιοίς και αριστεροίς σώζοντι ημάς και εν πάσι τούτοις παρέχοντι αφορμήν εις την εύρεσιν της ζωής ημών. Των γαρ εκ του θελήματος αυτών εξασθενούντων κτήσασθαι την ζωήν αυτών εν λύπαις ακουσίοις προσβιβάζει τάς ψυχάς αυτών προς την αρετήν. Και γαρ ο Λάζαρος εκείνος ο πτωχός ουκ ην εκ του θελήματος αυτού στερούμενος των αγαθών του κόσμου τούτου, αλλά και το σώμα αυτού πεπληγμένον ην τοις τραύμασι και δύο πάθη πικρά ήσαν εν αύτω, ώνπερ έκαστον χείρον του άλλου ην, όμως εν τοις κόλποις του Αβραάμ ετιμήθη εσχάτως. Ο Θεός εγγύς εστί της λυπηράς καρδίας του εν θλίψει βοώντος προς αυτόν. Και εάν εις τα σωματικά ποτέ υστέρηση ή άλλως θλίψη, έως αν υπομένωμεν αυτά εις αντίληψιν ημών ποιείται, ώσπερ ιατρός εν βαρύτατη νοσώ χειρουργών την υγείαν πραγματεύεται, αλλ' όμως κατά ψυχήν μεγάλως φιλανθρωπεύεται εις αυτόν ο Κύριος προς την σκληρότητα των πόνων της λύπης αυτού.
Ότε ούν η επιθυμία του πόθου του Χριστού ούχ ούτως εκνικά εν σοι, ώστε είναι σε απαθή εν πάση θλίψει σου, δια την εν αυτώ χαράν, γνώθι ότι ο κόσμος ζη εν σοι πλέον του Χριστού. Και ότε η αρρωστία και η ένδεια, ή ο αφανισμός του σώματος ή ο φόβος των βλαπτόντων αυτό ταράσσει την διάνοιαν σου εκ της χαράς της ελπίδος σου και εκ της κατά Κύριον, γνώθι ότι το σώμα ζη εν σοι και ούχ ο Χριστός. Και απλώς ειπείν, ούπερ γαρ ο πόθος ισχύει και κατακρατεί εν σοι, εκείνο εστί το ζών εν σοι. Εάν δε γένη ανελλιπώς έχων τάς χρείας σου και έχης ερρώμενον και μη έχης φόβον εκ των εναντίων και λέγης ότι δύνη τότε καθαρώς οδεύσαι προς Χριστόν, γνώθι ότι αρρωστείς κατά διανοίαν και υστερείς της γεύσεως της δόξης του Θεού. Ούχ ότι δε τοιούτος εί, κρίνω σε, αλλά μάλλον, ίνα γνώς πόσον υστερείς της τελειότητας, εί και εν μέρει τινι της πολιτείας των αγίων Πατέρων των προ ημών εί.
Και μη είπης, ότι ουχ ευρέθη άνθρωπος, ούτινος τελείως η διανοία αυτού υψώθη εκ της ασθενείας. Όταν το σώμα ναυαγή εν πειρασμοίς και θλίψεσι και εκνικά το μέρος του πόθου του Χριστού την λύπην της διανοίας. Σιωπήσω του ενέγκαι είς μνήμην τους αγίους μάρτυρας, μήπως ου δυνήσομαι στήναι ενώπιον του βάθους των παθών αυτών, και όσον ενίκησε το μέρος της υπομονής, το εκ της δυνάμεως της αγάπης του Χριστού την πολλήν θλίψιν και τον πόθον του σώματος. Αλλά δια το είναι ταύτα, και μόνη τη μνήμη αυτών, θλιβερά τη ανθρωπίνη φύσει, ότι ταράσσουσιν εν τη μεγαλωσύνη του πράγματος και εν τη θαυμαστή θεωρία αυτών, εάσωμεν ταύτα.
Σκοπήσωμεν δε τους αθεούς φιλοσόφους λεγόμενους. Είς γαρ εξ αυτών έθηκε νόμον εν τη διανοία αυτού φυλάξαι την σιωπήν ολίγους χρόνους, και ο βασιλεύς των Ρωμαίων εθαύμασεν εκ της ακοής του πράγματος και ηθέλησε λαβείν την πείραν αυτού. Εκέλευσεν ούν αχθήναι αυτόν έμπροσθεν αυτού, και ως είδεν αυτόν σιωπώντα προς πασαν ερώτησιν παντελώς, ην ηρώτησεν αυτόν, και μη αποκρινόμενον, εθυμώθη ο βασι­λεύς και εκέλευσεν αυτόν τεθνάναι, ότι ουκ ηδέσθη τον θρόνον και τον στέφανον γης δόξης αυτού. Εκείνος δε ουκ εφοβήθη, αλλά τον ίδιον αυτού νόμον εφύλαξε και παρεσκεύασεν εαυτόν εν ησυχία προς τον θάνατον. Ο δε βασιλεύς ενετείλατο τοις σπεκουλάτορσιν, ότι, εάν φοβηθή το ξίφος και λύση τον νόμον αυτού, αποκτείνατε αυτόν, εί δε τω ιδίω εμμένει θελήματι, στρέψατε αυτόν προς με ζώντα. Ότε ούν ήγγισεν είς τον τόπον τον ωρισμένον και οι επιτραπέντες θλίβοντες ηνάγκαζον αυτόν, ίνα λύση τον εαυτού νόμον και μη αποθάνη, αυτός διελογίσατο, ότι κρείσσον μοι αποθανείν εν μιά ώρα και το ίδιον μου φυλά­ξαι θέλημα, δι' όπερ τοσούτον ηγωνισάμην χρόνον, ή νικηθήναι εκ του φόβου του θανάτου και την σοφίαν μου καθυβρίσαι και όκνον οφλήσαι του εξ ανάγκης μοι απαντήσαντος πράγματος. Και ήπλωσεν εαυτόν αταράχως εκτιμηθήναι υπό του ξίφους. Εμηνύθη ουν ταύτα τω βασιλεί, και θαυμάσας απέλυσεν αυτόν μετ'αιδούς.
Άλλοι δε την φυσικήν επιθυμίαν τέλεον καταπάτησαν. Έτεροι τάς λοιδορίας ράον εβάστασαν, και άλλοι εν αρρωστίαις δειναίς εκαρτέρησαν αθλίπτως, και άλλοι εν θλίψεσι και συμφοραίς μεγάλαις την υπομονήν αυτών επεδείξαντο. Και ει ούτοι δια κενήν δόξαν και ελπίδα ταύτα υπέμειναν, πόσω μάλλον οι μοναχοί υπομείναι οφείλομεν, κληθέντες προς κοινωνίαν Θεού, ης αξιωθείημεν ευχαίς της υπεραγίας δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, και πάντων των εν ιδρώτι του αγώνος αυτών αρεσάντων τω Χριστώ.
Ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις συν τω συνάρχω αυτού Πατρί και τω συναϊδίω και ομοφυεί και ζωαρχικώ Πνεύματι, νυν τε και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.